Για τη διαδήλωση της 5/5 και τους τρεις νεκρούς τραπεζοϋπαλλήλους

ΧΩΡΙΣ ΕΞΟΔΟ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

μια σημείωση για τη διαδήλωση της 5ης Μάη 2010 και τους τρεις νεκρούς τραπεζοϋπαλλήλους της Marfin

Προς τους απεργούς που ακόμα τα σπάνε

Είναι όντως άστοχο να επιρρίπτουμε την όλη ευθύνη για τον αποκαρδιωτικό θάνατο των τριών τραπεζοϋπαλλήλων της πυρπολημένης Marfin στον Βγενόπουλο. Το ότι εξανάγκασε υπό την απειλή απόλυσης τους εργαζομένους του να κλειδωθούν στους επάνω ορόφους μιας φαινομενικά άδειας και απροστάτευτης τράπεζας, χωρίς μηχανισμό πυρόσβεσης ή εξόδους κινδύνου, στο επίκεντρο της μεγαλύτερης απεργιακής διαδήλωσης της τελευταίας τριακονταετίας, δεν ήταν άλλη μια εγκληματική αμέλεια στο βωμό του κέρδους[1],στις οποίες μας έχει συνηθίσει η τάξη του. Η συνειδητή χρήση εργαζομένων ως ανθρώπινη ασπίδα σε τράπεζες κι επιχειρήσεις[2],είναι μια ακόμα απάντηση της τάξης των αφεντικών στον Δεκέμβρη και στην οικεία βία της εξέγερσης, που εξαπλώνεται απονομιμοποιώντας και καταστρέφοντας την εμπορευματική κυκλοφορία, σπάζοντας και πυρπολώντας οχήματα, καταστήματα, τους αστυνομικούς φρουρούς της και φυσικά τα στρατηγεία της: τις τράπεζες.

Η πρόθεση δηλαδή του Βγενόπουλου και της τάξης του να θυσιάσουν ορισμένους εργαζομένους, προκειμένου να μπλοκάρουν τον τρόπο με τον οποίο ως τώρα διεξάγονταν οι εξεγέρσεις, πρέπει να απαντηθεί ως τέτοια. Νομικές επισημάνσεις αλλά κι αριστερές υπεκφυγές του είδους: εξέγερση ίσον έφοδος στη βουλή κι όχι στις τράπεζες/καταστήματα, χωρίς βέβαια να έχουν ιδέα για το τί θα κάνουν εκεί μέσα, δεν αποτελούν παρά άρνηση αντιμετώπισης του ζητήματος.

Βλέπετε, είναι σύνηθες ένα αφεντικό να γνωρίζει καλύτερα τα συμφέροντά του αλλά και το πώς θα τα προασπίσει, απ’ ότι οι εργάτες. Κι ένα αφεντικό γνωρίζει πάντοτε ότι “έχουμε πόλεμο”, ακόμα κι αν δεν το φωνάξει ποτέ ανοιχτά, όπως όσοι αφελείς θεωρούν ότι μπορεί κανείς σ’ έναν πόλεμο να χτυπά, αλλά όταν βάλλεται να επικαλείται την παρέμβαση μιας δήθεν ουδέτερης δικαιοσύνης. Θέτοντας εαυτούς υπό την κηδεμονία του κράτους, μετατρέπουμε ακόμα και την πιο εξτρεμιστική πράξη σε βίαιο ρεφορμισμό. Η μόνη δικαιοσύνη στους δρόμους, στο βαθμό που βρίσκονται υπό την εξουσία μας, είμαστε εμείς. Η ευθύνη για το τί συμβαίνει, ποιος ζει-ποιος πεθαίνει, είναι δική μας: ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ -Τέλος. Αν δεν υπάρχει -εκτός της ουσιαστικής περιφρούρησης της απεργίας που δε θα αφήνει συναδέλφους στα χέρια των αφεντικών- η στοιχειώδης εμπιστοσύνη ανάμεσά μας, εμπιστοσύνη που κατακτήθηκε μέσα από κοινές εμπειρίες αγώνα και συνάντησης στο δρόμο, τότε το επόμενο βήμα θα είναι να φωνάζουμε οι ίδιοι την αστυνομία στις πορείες, να έχει το κουμάντο και να φέρει την ευθύνη για το τί γίνεται. ΟΠΟΙΟΣ ΑΣΚΕΙ ΒΙΑ, ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ. Το να ασκεί κανείς βία, αδιαφορώντας για το “δίκαιό” που φέρει, φέροντας γενικώς το χάος, δεν προάγει άλλο παρά τις περισσότερο οργανωμένες δομές που μπορούν να προβάλλουν μέσα απ’ αυτό το ά-νομο χάος, με τη δική τους μπετοναρισμένη “δικαιοσύνη” (τους σταλινικούς, την αστυνομία, τις μαφίες, το παρακράτος…). Νικά όποιος σπέρνει το χάος ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΦΕΡΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟΥ.

Η φετιχοποίηση της εξέγερσης στην πράξη της καταστροφής, που αντιστοιχούσε σε μια περασμένη πια φάση του κινήματός μας, τότε ακόμα αδύναμου και περιθωριακού, μετά τον Δεκέμβρη και το ξεγύμνωμα της βίας από κάθε φετίχ που έφερε ταυτόχρονα με την ανοιχτή οικειοποίησή της, οφείλει να ξεπεραστεί. Ένας δεύτερος Δεκέμβρης δε θα είναι πια νίκη αλλά ήττα. Κάθε επίκλησή του, δεν μαρτυρά παρά την έλλειψη του παραμικρού σχεδίου για τα περαιτέρω. Ο εχθρός έχει προχωρήσει, είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε το ίδιο κι εμείς αν δε θέλουμε να εξαφανιστούμε απ’ το ιστορικό προσκήνιο.

Να μην καθήσουμε σπίτι για να μας μαλώνουν απ’ τις τηλεοράσεις τους σαν σκανδαλιάρικα παιδιά που μας αφήσαν πολύ αέρα. Να ξαναπάρουμε τον λόγο στο δρόμο. Να φτύσουμε την αστική και τηλεοπτική δικαιοσύνη που “δικαιώνει” τον πόνο του ενός με την οδύνη του άλλου, συσσωρεύοντας την μιζέρια και κοινωνικοποιώντας τον καννιβαλισμό τους. Οι πιο καθυστερημένοι απ’ αυτά τα όρνια, πριν βεβαιωθούν για το πόσο θα μας παρέλυαν οι θάνατοι των τριών εργαζομένων, προσπαθούσαν να μας γεμίσουν ενοχές για ένα σωρό γελοία πράγματα, απ την πτώση της τουριστικής κίνησης, μέχρι την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Να νιώθουμε ενοχές που αγωνιζόμαστε. Να μας χωρίσουν σε “ειρηνικούς εργαζομένους” και “κουκουλοφόρους εγκληματίες με τις μολότωφ” τώρα που ξέρουμε όλοι (εκτός φυσικά του ΚΚΕ που δεν είδε παρά προβοκάτορες) πως στις 5/5 δεν υπήρχε ειρηνικός εργαζόμενος που να μην ύψωσε το ανάστημά του -με ή χωρίς κουκούλα και μολότωφ δεν έχει σημασία- απέναντι στο τελευταίο χαρτί του κράτους: την τρομοκρατία της αστυνομίας του.

Η δικαιοσύνη τους θέλει αίμα, το αίμα των υπαιτίων, όσων τους μοιάζουν ή ακόμα όλων των αναρχικών, μιας κι αυτοί είναι που δώσαν γενναιόδωρα τη σημαία τους σε κάθε εξεγερτική βία των πιο απομονωμένων στοιχείων της τάξης μας παγκόσμια[3]. Αλλά θέλει και κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Θέλει να ανοίξει όσο περισσότερο μπορεί ένα τραύμα στην κοινωνική μνήμη, που θα σπάσει την εξοικείωσή μας με την ίδια μας τη βία, τη βία του αγώνα μας, με την σύνθεση των υποκειμένων του και την επικοινωνία μεταξύ μας. Η δικαιοσύνη μας δεν μπορεί παρά να ασχοληθεί με την επούλωση. Δεν γνωρίζουμε τι άνθρωποι ήταν οι νεκροί, αν θα δεχόταν η αξιοπρέπειά τους το φασιστότσουρμο και τα όρνια της τηλεόρασης να σκυλεύουν τους θανάτους τους ή όχι, είμαστε όμως σίγουροι ότι ως εργαζόμενοι το συμφέρον τους θα ήταν στην νίκη του αγώνα μας, όπως κι όλων των εργατών στην Ευρώπη και παγκόσμια. Δε θα ρίξουμε ο ένας τον άλλον κάτω – Θα σηκωθούμε όλοι μαζί: Άγρια Γενική Απεργία!

Να αγκαλιάσουμε τις καταλήψεις!
Να μείνουμε στους δρόμους!
Να μιλήσουμε!

2 απ’ τους 200.000 προβοκάτορες

***

***

[1] Ειρήσθω εν παρόδω: 36,1% αύξηση καθαρών κερδών για την Marfin φέτος, εν μέσω “της πιο σκληρής κρίσης” στην οποία οφείλει να συμβιβαστεί κάθε εργαζόμενος δουλεύοντας και υπακούοντας, στο όνομα της πατρίδας.

[2] Ανάλογο σκηνικό με της Marfin της Σταδίου 23, προηγήθηκε στο σούπερ μάρκετ Bazaar πίσω απ’ την Ομόνοια, όπου εργαζόμενος με πυροσβεστήρα κατέσβησε τη φωτία από μέσα, και στο βιβλιοπωλείο Ιανός που παρέμενε ανοιχτό (ως γνωστόν το εμπόριο κουλτούρας δε σκαμπάζει από απεργίες).

[3] Το βράδυ της 5/5 συμμορίες της Δέλτα, Ζήτα, ασφαλίτες και ματάδες επέδραμαν στην κατάληψη στέγης της οδού Ζαϊμη, στο Στέκι Μεταναστών στην Τσαμαδού, σε σπίτια και καφενεία στα Εξάρχεια, χτυπώντας και τρομοκρατώντας κόσμο. Την ίδια στιγμή στις τηλεοράσεις, όλοι λίγο-πολύ ζητούσαν τα κεφάλια των αναρχικών.

***


***

Διαθέσιμες μεταφράσεις:

[Ελληνικά] [English] [Suomi] [Italiano]