Ένα πρότυπο σύγχρονου πολέμου: Μοζαμβίκη

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το κείμενο War, Globalisation and Reproduction της Silvia Federici

Το πώς ο πόλεμος, αρχικά, κι έπειτα η ανθρωπιστική βοήθεια επιστρατεύτηκαν προκειμένου να επαναποικειοποιήσουν μια χώρα, να την εντάξουν στην αγορά και να κάμψουν την αντίστασή της στην οικονομική και πολιτική εξάρτηση, φαίνεται περίτρανα στην περίπτωση της Μοζαμβίκης. Πράγματι, ο πόλεμος που διεξήγαγε η ReNaMo ή αλλιώς Εθνική Αντίσταση Μοζαμβίκης (ένα υποχείριο του κράτους του απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής και των ΗΠΑ) ενάντια στη χώρα αυτή για σχεδόν μια δεκαετία (1981-1990) περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία-κλειδιά ενός σύγχρονου πολέμου στην εποχή της παγκοσμιοποίησης:

1. Την καταστροφή της (ανα)παραγωγικής φυσικής και κοινωνικής υποδομής μιας χώρας, προκειμένου να προκληθεί μια κρίση αναπαραγωγής και να επιβληθούν οικονομικά και πολιτικά μέτρα επικυριαρχίας της. Κάτι τέτοιο πέτυχε η Renamo μέσω α) της συστηματικής χρήσης τρομοκρατίας ενάντια στον πληθυσμό (σφαγές, υποδουλώσεις, φρικιαστικοί ακρωτηριασμοί) που υποχρέωναν τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη γη τους, και να μετατραπούν σε πρόσφυγες (πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν στη διάρκεια του πολέμου), β) την καταστροφή δρόμων, γεφυρών, νοσοκομείων, σχολείων και πάνω απ’ όλα, την καταστροφή των αγροτικών καλλιεργιών και υποδομών που παρείχαν τα βασικά μέσα ύπαρξη σε έναν πληθυσμό αγροτικό. (Η περίπτωση της Μοζαμβίκης δείχνει τη στρατηγική σημασία ενός “πολέμου χαμηλής ένατσης”, που ξεκινά με τη χρήση ναρκοπεδίων ως μέσο αποτροπής των ανθρώπων από το να πηγαίνουν στα χωράφια τους, και κατ’ επέκταση δημιουργώντας μια κατάσταση έλλειψης τροφίμων ώστε να απαιτείται εξωτερική βοήθεια).

2. Η χρήση της “ανθρωπιστικής βοήθειας” όσον αφορά τα τρόφιμα που μεταφέρθηκαν σε πρόσφυγες και θύματα της έλλειψης τροφής ώστε να εξασφαλιστεί ένας έλεγχος από την οικονομική σχέση, και να δημιουργηθεί μια μακροχρόνια εξάρτηση, και να υποβαθμιστεί η ικανότητα μιας χώρας να ελέγξει το οικονομικό και πολιτικό της μέλλον. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η βοήθεια σε τρόφιμα, είναι μια τεράστια ώθηση στις αγροτοβιομηχανίες των ΗΠΑ, που κερδίζουν απ’ αυτήν τα διπλά, πρώτον καθώς ανακουφίζονται από τα τεράστια υπερσυσσωρευμένα προϊόντα τους, κι έπειτα κερδίζοντας από την εξάρτηση της βοηθούμενης χώρας στην εισαγωγή τροφίμων.

3. Η μεταφορά του κέντρου λήψης αποφάσεων από το κράτος στους διεθνείς οργανισμούς και τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Τόσο ευρεία ήταν η επίθεση στην “εθνική κυριαρχία” της Μοζαμβίκης, που από τη στιγμή που αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια, υποχρεώθηκε να αποδεχτεί ότι οι ΜΚΟ θα είχαν το ελεύθερο να διευθύνουν κατά τα γούστα τους τις επιχειρήσης ανακούφισης της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να κινούνται σε οποιοδήποτε κομμάτι της χώρας και να διανέμουν τρόφιμα απευθείας στον πληθυσμό, σε οποιοδήποτε μέρος της αρεσκείας τους. Όπως έδειξε ο Joseph Hanlon στο Mozambique: Who Calls the Shots? η κυβέρνηση δυσκολευόταν να καταγγείλει τις πολιτικές των ΜΚΟ, ακόμα και στην περίπτωση ακροδεξιών ΜΚΟ όπως η World Vision που χρησιμοποίησε τις διανομές βοήθειας για πολιτική και θρησκευτική προπαγάνδα της, ή  ΜΚΟ όπως η CARE που είναι ύποπτες για συνεργασία με τη CIA.

4. H επιβολή αδιανόητων ειρηνευτικών συνθηκών, όπως η “συμφιλίωση” και το μοίρασμα της εξουσίας με την Renamo (ο πιο “ασυμφιλίωτος” εχθρός τόσο της κυβέρνησης όσο και του λαού της Μοζαμβίκης, που ευθύνεται για πολλές βαρβαρότητες και για τη σφαγή πάνω από 1.000.000 ανθρώπων) δημιουργεί τη δυναμική για σταθεροποίηση της κατάστασης αποσταθεροποίησης. Αυτή η πολιτική “συμφιλίωσης” που πλέον επιβλήθηκε κυνικά και απόλυτα, από την Αιτή μέχρι την Νότια Αφρική ως “συνθήκη ειρήνης” -το πολιτικό ισοδύναμο της πρακτικής του να χρηματοδοτεί κανείς δυο κόμματα σε σύγκρουση μεταξύ τους- είναι η πιο ενδεικτική έκφραση της σύγχρονης στρατηγικής επαναποικειοποίησης, καθώς προλέγει ότι οι λαοί του τρίτου κόσμου δε θα έχουν ποτέ το δικαίωμα στην ειρήνη και στο να διαφυλάσσουν τους εαυτούς τους από αποδεδειγμένα εχθρούς τους. Επίσης σημαίνει ότι δεν έχει η κάθε χώρα τα ίδια δικαιώματα, μιας και οι ΗΠΑ ή οποιαδήποτε χώρα της ΕΕ, ούτε θα διανοούνταν ποτέ να αποδεχτεί μια τέτοια συμφωνία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ ΣΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΕΡΑ

Η περίπτωση της Μοζαμβίκης δεν είναι μοναδική. Όχι μόνο οι περισσότερες Αφρικανικές χώρες στην πράξη διευθύνονται από υπηρεσίες στηριζόμενες από τις ΗΠΑ και ΜΚΟ, η αλλεπάλληλη καταστροφή των υποδομών, η επιβολή μεταρρυθμίσεων υπέρ των αγορών, ο εξαναγκασμός σε συμφιλιώσεις με δολοφονικούς “ασυμφιλίωτους” εχθρούς, η αποσταθεροποίηση, μπορούν να βρεθούν σε διαφορετικούς βαθμούς και συνδυασμούς μεταξύ τους οπουδήποτε στην Αφρική σήμερα, σε τέτοιο βαθμό που αρκετές χώρες όπως η Αγκόλα ή το Σουδάν βρίσκονται σε μια μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και η ύπαρξή τους ως πολιτικές οντότητες παίζεται.

Είναι μέσα από έναν συνδυασμό οικονομικών και στρατιωτικών εχθροπραξιών που η αντίσταση των αφρικανικών λαών ενάντια στην παγκοσμιοποίηση μέχρι τώρα βρίσκεται υπό έλεγχο, με τον ίδιο τρόπο που έγινε στην Κεντρική Αμερική (Ελ Σαλβαδόρ, Νικαράγουα, Γουατεμάλα, Παναμάς) όπου σε όλη τη δεκαετία του 1980 οι ΗΠΑ διήυθηναν τα πράγματα παρεμβαίνονταας ανοιχτά.

Η διαφορά είναι ότι στην Αφρική, το δικαίωμα των ΗΠΑ/ΟΗΕ να στείλουν στρατεύματα , σε γενικές γραμμές δικαιολογήθηκε στο όνομα των “ειρηνευτικών αποστολών”. Η “ειρηνευτική διαδικασία” και η “ανθρωπιστική παρέμβαση” πιθανώς επειδή υπό άλλες συνθήκες, μια εισβολή από πεζοναύτες (σαν αυτές που είδαμε στον Παναμά και τη Γρενάδα) ενδέχεται να μη γινόταν αποδεκτή διεθνώς. Τέτοιες παρεμβάσεις ωστόσο, που αποτελούν το σύγχρονο πρόσωπο της αποικιοκρατίας, δεν είναι αποκλειστικότητα της Αφρικής. Αυτή η αποικιοκρατία στοχεύει στον έλεγχο της πολιτικής και των αποθεμάτων, παρά στο κέρδος σε κατοχή επί του εδάφους, ενώ με πολιτικούς όρους, είναι μια “φιλανθρωπική”, “ανθρωπιστική”, ευέλικτη αποικιοκρατία που στοχεύει στην “κυριαρχία” μάλλον παρά στην κυβέρνηση, καθώς το δεύτερο εμπεριέχει μια δέσμευση σε κάποιο θεσμικό οικοδόμημα και μια οικονομική οργάνωση, ενώ ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός των ελεύθερων επιχειρήσεων επιχειρεί να διατηρεί την ελευθερία να ορίζει πάντα ο ίδιος το θεσμικό στάτους, την μορφή της οικονομίας και τις τοποθεσίες που ταιριάζουν περισσότερο στις ανάγκες του. Ωστόσο, όμως και η αποικιοκρατία των παλιών, στρατιωτών κι εμπόρων δεν είναι κάτι ολότελα ξεπερασμένο, όπως αποδεικνύει αυτός ο γάμος ανθρωπιστικής βοήθειας και στρατιωτικής παρέμβασης που εκδηλώνεται σήμερα.

Ποιά είναι η σημασία αυτής της εκδοχής για το αντιπολεμικό κίνημα, και την αξίωση αυτού του άρθρου ότι ο πόλεμος εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στην παγκόσμια ατζέντα;

Πρώτον, ότι μπορούμε να περιμένουμε την κατάσταση που έχει αναπτυχθεί στην Αφρική με την ανάμειξη οικονομικού και στρατιωτικού πολέμου και την αλληλουχία προσαρμογής των κοινωνικών δομών – μια συγκρουσιακή παρέμβαση να αναπαραχθεί ξανά και ξανά μέσα στα επόμενα χρόνια σε όλον τον τρίτο κόσμο. Μπορούμε επίσης να περιμένουμε να δούμε περισσότερους πολέμους να αναπτύσσονται στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, καθώς οι θεσμοί και οι δυνάμεις που ωθούν τη διαδικασία παγκοσμιοποίησης βρίσκουν την κρατικοποιημένη βιομηχανία και άλλα απομεινάρια του σοσιαλισμού εξ ίσου παρεμποδιστικά για την “ελεύθερη οικονομία” όσο και ο αφρικανικός κομμουναλισμός.

Με την έννοια αυτή, ο πόλεμος του ΝΑΤΟ ενάντια στη Γιουγκοσλαβία είναι πιθανό να αποτελεί το πρώτο παράδειγμα (μετά απ’ αυτό της Βοσνίας) του τί μέλλει γεννέσθαι, καθώς το τέλος του κρατικού-σοσιαλισμού αντικαθίσταται από την απελευθέρωση των αγορών, η πορεία του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά παρέχει το αναγκαίο “πλαίσιο ασφαλείας”. Είναι τόσο στενή η σχέση μεταξύ της “ανθρωπιστικής βοήθειας” του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία και την Αφρική, που οι ανθρωπιστικές ομάδες -το πεζικό της σύγχρονης πολεμικής μηχανής- μεταφέρθηκαν στο Κοσοβο από την Αφρική, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τη σχετική αξία της ζωής των αφρικανών και των ευρωπέων στα μάτια των διεθνών οργανώσεων, μετρημένων από την ποσότητα των προμηθειών που παρείχαν στους πρόσφυγες.

Θα έπρεπε επίσης να δούμε ότι η κατάσταση που είμαστε αντιμέτωπη είναι πολύ διαφορετική από τον ιμπεριαλισμό του ύστερου 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Γιατί οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις εκείνων των ημερών ήταν καθηλωμένες και υπέυθυνες για συγκεκριμένα και συμφωνημένα εδαφικά, κοινωνικά και πολιτικά οικοδομήματα.  Έτσι, σ εκείνη την ιμπεριαλιστική εποχή του ποταμόπλοιου με τα μυδράλια, που θα μπορούσε να σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους από μακριά, το ποιός ήταν υπεύθυνος για σφαγές, πείνες και άλλες μορφές μαζικής εξόντωσης ήταν κάτι που πάντοτε θα μπορούσε να βρεθεί. Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι ήταν ο βασιλιάς Λεοπόλδος του Βελγίου που είχε προσωπικά την ευθύνη για το φόνο εκατομμυρίων ανθρώπων στο Κογκό. Αντιθέτως, σήμερα, εκατομμύρια αφρικανοί πεθαίνουν κάθε χρόνο ως συνέπεια αναλόγων επεμβάσεων, χωρίς κανείς να θεωρείται υπεύθυνος. Απ’ την άλλη, οι κοινωνικές αιτίες θανάτου στην Αφρική, γίνονται ολοένα και πιο αόρατες όμοια με το αδιόρατο χέρι της καπιταλιστικής αγοράς.

Τελικά, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε να κινητοποιούμαστε απλά ενάντια στους βομβαρδισμούς, ή να απαιτούμε να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί και να ονομάζουμε αυτό το πράγμα “ειρήνη”. Γνωρίζουμε από τα μεταπολεμικά γεγονότα στο Ιράκ ότι η καταστροφή της υποδομής μιας χώρας παράγει πολύ περισσότερους θανάτους απ’ ότι οι βόμβες μόνες τους. Αυτό που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι ο θάνατος, η πείνα, η ασθένεια και η καταστροφή είναι καθημερινή πραγματικότητα για τους περισσότερους ανθρώπους του πλανήτη. Πιο σημαντικό ακόμα, οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις τέτοιου τύπου είναι το πιο διαδεδομένο πρόγραμμα στον τρίτο κόσμο σήμερα, αυτό που με όλες τις μορφές του (από την African Growth μέχρι την Opportunity Act), αντανακλα το σύγχρονο πρόσωπο του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας -τον πόλεμο. Έτσι, το πρόγραμμα του αντιπολεμικού κινήματος πρέπει να συμπεριλαμβάνει την καταστροφή της κοινωνικής υποδομής με κάθε μορφή, ανν σκοπεύουμε να δώσουμε ένα τέλος στον πόλεμο και το ιμπεριαλιστικό σχέδιο που πραγματώνει.