WEATHER UNDERGROUND: DAYS OF RAGE

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΟΡΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ:

WEATHER UNDERGROUND

Στις 8 Ιουνίου 1969,την μέρα που άρχιζε το Εθνικό συνέδριο του SDS, κυκλοφόρησαν οι New Left Notes με ένα άρθρο υπογραμμένο από έντεκα μέλη της οργάνωσης, ανάμεσά τους η Μπερναντίν Ντορν, ο Μαρκ Ραντ, ο Τζιμ Μέλλεν και ο Τερν Ρόμπινς, που είχε τον τίτλο «You don’t need a Weatherman to know wich way the wind blows…»(Δεν χρειάζεσαι μετεωρολόγο για να καταλάβεις προς τα πού φυσάει ο άνεμος), από μια φράση ενός τραγουδιού του Ντύλαν( Subterranean Homesick Blues, 1965). Σ’ αυτό το κείμενο επιβεβαιωνόταν αρχικά η τριτοκοσμική επιλογή των Weathermen: η αμερικάνικη κοινωνία στηρίζεται στην καταλήστευση του Τρίτου Κόσμου, επομένως δεν μπορεί να νοηθεί μια σοσιαλιστική στρατηγική αποκλειστικά εθνική. Το κίνημα των μαύρων αποτελεί την κυριότερη εσωτερική βάση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, μια και η μαύρη κοινότητα είναι εσωτερική αποικία της Αμερικής. Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα το κίνημα δεν μπορεί να μείνει σε γενικές αναφορές για την εργατική τάξη, ούτε να παραμείνει φοιτητικό. Θα πρέπει να «περάσει από μια ελιτίστικη φοιτητικά βάση σε τομείς περισσότερο καταπιεζόμενους( λιγότερο προνομιούχους) της εργατικής νεολαίας». Επομένως οι επαναστάτες πρέπει να συνδεθούν στην καθημερινότητα με τους νέους προλετάριους. Όσο για τις μεθόδους πάλης, πριν απ’ όλα είναι η πράξη. Λίγο μετά το συνέδριο του Ιουνίου τρείς ηγέτες των Weathermen, οι Μπιλ ’υερς, Μαρκ Ραντ και Τζεφ Τζόουνς καυχώνται πως δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο μέσα στο χρόνο που πέρασε. Στα τέλη Δεκεμβρίου στο Φλιντ διακηρύσσουν την ανάγκη να περάσουν στην ένοπλη πάλη. «Ο πόλεμος ενάντια στο Κράτος δημιουργεί ταυτόχρονα τη συνείδηση και τους όρους για την επέκταση του αγώνα, κάνοντας γνωστή την επαναστατική πολιτική, αποδεικνύοντας πως είναι δυνατό να προχωρήσεις και πως υπάρχει μια οργάνωση με μια στρατηγική».

Πρόκειται για μια καταπληκτική διακύρηξη του ενόπλου αυθορμητισμού που όμοιά της ίσως δεν θα συναντήσουμε πουθενά. Ο πόλεμος ενάντια στο κράτος δημιουργεί’ τις προϋποθέσεις του πολέμου! Αλλού περιγράφεται η εξέλιξη των Weathermen (που σύντομα ονομάστηκαν Weather Underground ή Weatherpeople για να αποφευχθεί το σεξιστικό men) και ιδιαίτερα στο κείμενο του Τζων Γκεράσι, που υπήρξε μέλος της οργάνωσης. Η ενέργεια στο Σικάγο τον Οκτώβρη του 1969 υπήρξε η πρώτη μεγάλη πανεθνική ενέργεια της οργάνωσης. Από το 1969-1970 αρχίζουν οι ένοπλες ενέργειες που εντάσσονται βέβαια σε ένα γενικότερο κλίμα βίας. Μόνο και μόνο στην περίοδο Οκτωβρίου 1969 – Ιουνίου 1970 καταγράφηκαν 174 ένοπλες και βομβιστικές επιθέσεις στις πανεπιστημιουπόλεις, ιδιαίτερα μετά την είσοδο των αμερικανών στην Καμπότζη(Μάης 1970) και τη σφαγή στο κρατικό πανεπιστήμιο του Κεντ, όπου η εθνοφρουρά του Οχάιο ανοίγει πυρ ενάντια στους διαδηλωτές (4 νεκροί, 9 βαρειά τραυματίες, ένας ισόβια παράλυτος). Το Μάη αναφέρονται 169 «τρομοκρατικές» ενέργειες από τις οποίες 95 στις πανεπιστημιουπόλεις και 36 ενάντια σε ομοσπονδιακά κτίρια. Οι Weatherpeople δεν αποτελούν παρά την κυριότερη από δεκάδες ή και εκατοντάδες οργανώσεις και ομάδες που αποφασίζουν να απαντήσουν βίαια στην κυβερνητική βία.

Παρά τις κυβερνητικές και αστυνομικές προσπάθειες, μέχρι το 1973 είχαν συλληφθεί μόνο τρία μέλη της οργάνωσης. Η Μπερναντίν Ντορν που θα αντέξει περισσότερο απ’ όλους (ο Παντ θα εγκαταλείψει την παρανομία ήδη από το 1972) θα «αναδυθεί το 1979, με δυο παιδιά…

…Οι μεγάλες εταιρείες και η κυβέρνηση συ­νεργούν από κοινού για να γεννηθεί ένα κλίμα κονφορμισμού που θεω­ρεί κάθε αντιπολιτευτική ιδέα αντιαμερικανική… Το FΒΙ και η CΙΑ εί­ναι οι πιο αξιοσημείωτοι υπεύθυνοι αλλά και λιγότερο λαμπρά αστέρια λάμπουν κι αυτά- το τηλέφωνο κάθε ομοσπονδιακής ή κρατικής υπηρε­σίας είναι αμφίβολο. Κάθε αίθουσα συνεδριάσεων μπορεί χωρίς υπερ­βολή να θεωρηθεί παρακολουθούμενη. Κάθε τηλέφωνο πρεσβείας είναι ένα ανοικτό μικρόφωνο. Μερικά ξενοδοχεία της Ουάσιγκτον έχουν ει­δικά κατασκευασμένα δωμάτια, με σύστημα ηχογράφησης και πολλές φορές καθρέφτες απ’ όπου μπορεί κανείς να ηχογραφήσει σε μαγνητό­φωνο ή να κινηματογραφήσει τους ενοίκους. Και ο δικαστής του Α­νώτατου Δικαστηρίου καταλήγει: «Ο Γεώργιος Γ’ ήταν το σύμβολο ε­νάντια στο οποίο οι ιδρυτές του έθνους μας έκαναν μια επανάσταση που τώρα θεωρούμε ένδοξη και διαπρεπή… Πρέπει να καταλάβουμε ότι το σημερινό κατεστημένο είναι ο καινούργιος Γεώργιος Γ’… Εκεί όπου τα παράπονα σωρεύονται και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι αντιπροσωπεύουν το κατεστημένο, η βία μπορεί να είναι η μόνη αποτελεσματική λύση», Οι Weathermen, φυσικά, είναι απόλυτα σύμφωνοι. Αλλά η ανάλυση των παλιότερων κινημάτων στις ΗΠΑ τους διδάσκει ότι αν δεν υιοθετήσουν το στυλ ζωής των επαναστατών, οι λευκοί επαναστάτες κινδυνεύουν να ενσωματωθούν -και πράγματι πάντα ενσωματώθηκαν-εξαιτίας της αφθονίας των προνομίων του λευκού χρώματος. Πράγματι, αφότου τον περασμένο χρόνο η καταστολή έγινε σκληρότερη στις Η­νωμένες Πολιτείες, οι ομάδες των διανοούμενων εξαφανίστηκαν. Οι δι­καιολογίες που παρουσίασαν ήταν πολλές: πρέπει να ξανασκεφτούμε προσεκτικά τις θεωρίες μας· πρέπει να περιμένουμε την κρίση που θα ριζοσπαστικοποιήσει τους εργαζόμενους- πρέπει να οργανώσουμε τις μάζες- δεν πρέπει να απομονωθούμε από τον τυχοδιωκτισμό που απομα­κρύνει τις μάζες κλπ.

Η ανάλυση των Weathermen αποκλείει τέτοιες ε­κλογικεύσεις, η εργατική τάξη απολαμβάνει πάρα πολλά από τα προ­νόμια του λευκού χρώματος για να αποτελέσει την πρωτοπορία· οι νέοι αποτελούν τη δύναμη που κατέχει τις περισσότερες, επαναστατικές δυ­νατότητες, γιατί τα προνόμια τους δεν είναι θεσμοποιημένα και γιατί είναι το πιο αλλοτριωμένο κομμάτι της λευκής εργατικής τάξης ο λό­γος μοναχά δεν θα μεταμορφώσει τους ανθρώπους της αριστεράς σε ε­παναστάτες, μόνο και η δράση και ο λόγος θα το κάνουν αλλά ακόμα και αυτό δεν αρκεί, γιατί μπορεί πάντα ένας λευκός νέος να προσχωρή­σει στην απατηλή αφθονία των προνομίων του λευκού χρώματος. Πά­ντα, εκτός κι αν έχει δοθεί ολοκληρωτικά στην επανάσταση, όχι μόνο με τις ιδέες του αλλά με όλο τον τρόπο ζωής του. Ακόμα και τότε λοι­πόν, λένε οι Weathermen, μπορεί να επιλέξει το αντίθετο, εκτός κι αν έχει τη βοήθεια των συντρόφων του στις στιγμές της αδυναμίας του. Αυ­τό σημαίνει ότι πρέπει να ζούμε, να δουλεύουμε και να παλεύουμε μέσα σε κολλεκτίβες. Οι Weathermen αποκάλυπταν τις βαθύτερες σκέψεις τους. Οργάνω­σαν κολλεκτίβες σε δώδεκα μεγάλες πόλεις, όχι κομψά αστικά κέντρα, όπως το Λος ’ντζελες και το Σαν Φραντζίσκο, αλλά σε εργατικές πό­λεις, σκληρές και άσχημες: Ντητρόιτ, Σικάγο, Πίτσμπουργκ, Μιλγουώκη, Κλήβελαντ, Κολόμπους (Οχάιο), Μπρούκλιν. Δώδεκα άνθρωποι, άνδρες ή γυναίκες, ομαδοποιημένοι σύμφωνα με την κρίση τους, ζουν σ ένα μόνο δωμάτιο. Το μετεωρολογικό γραφείο (Κεντρική Επιτροπή) δίνει το παράδειγμα: φυσική αγωγή, καράτε, πολιτική διαφώτι­ση, συνελεύσεις κριτικής και αυτοκριτικής, αυστηρή πειθαρχία στη μάχη και έξω απ’ αυτήν. Όλα είναι κοινωνικά, τίποτε ιδιωτικό, λένε. Έρωτας, αμφιβολίες, αδυναμίες, απογοητεύσεις, επιθυμίες, όλα πρέπει να γίνονται στο φως της ημέρας. Να έχει κανείς τέτοια συναισθήματα ή τέτοιες αδυναμίες δεν είναι αμάρτημα αλλά το φυσικό προϊόν μιας κοινωνίας διεφθαρμένης που μας διαμορφώνει έτσι. Να τις βγάζει κα­νείς ανοικτά για να τις συζητήσει συλλογικά, είναι ο μόνος τρόπος για να τις ξεπεράσει. Οι Weathermen είναι κοινωνικά όντα, σκοπός τους δεν είναι μόνο να φτιάξουν στελέχη του επαναστατικού στρατού που θα συντρίψει μια μέρα τον εθνικό καπιταλισμό- πρέπει επίσης να βοηθούν στη δημιουργία του σοσιαλιστικού ανθρώπου μέσα στη μάχη.Σε μερικές κολλεκτίβες οι Weathermen έπαιρναν LSD για να βγά­λουν στην επιφάνεια τις παράνοιες, τα συμπλέγματα, τα εσωτερικά προ­βλήματα των μελών τους. Αυτό δούλεψε. Επέτρεπε επίσης να αποκαλυ­φθούν όλοι οι πράκτορες που είχε στείλει η αστυνομία. Κι άλλες κολλε­κτίβες υιοθέτησαν αυτή τη μέθοδο. Οι αδυναμίες παραμερίστηκαν, οι α­γωνιστές κατάλαβαν τις ευθύνες τους, τις ίδιες τους τις δυνάμεις. Ένας παλιός καθηγητής 29 χρόνων, που τα περισσότερα πράγματα τα είχε γνωρίσει στο πανεπιστήμιο, ο Σίμγια Όνο, συγκρούστηκε με την ίδια του την ανωριμότητα και έμαθε να δέχεται σαν αρχηγό της κολλεκτι’6ας μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα, να υπακούει στις διαταγές της και να μην συζητά ποτέ τη γραμμή του γραφείου κατά τη διάρκεια της μάχης, ακό­μη κι όταν προερχόταν από τον «3.1.», που δεν ήταν παρά 21 ετών. Δια­νοούμενοι της αριστεράς έμαθαν να ζουν χωρίς να τους ανήκει τίποτε, μοιράζοντας τα πάντα, απορρίπτοντας την ιδιωτική ζωή (πράγμα που έ­γινε κανόνας, όχι μόνο για ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους, αλ­λά και σαν μέτρο ασφαλείας). Οι νέες κοπέλες μάθαιναν να ξεχνούν τα αστικά γούστα τους στα ζητήματα της ένδυσης και να βάζουν αυτό που ήταν πιο πρακτικό. Όλοι εγκατέλειπαν τις μονογαμικές προκαταλή­ψεις που είχαν για χρόνια και καταλάβαιναν πως οι προσωπικές σχέσεις που βασίζονταν στην εξάρτηση δεν ήταν μόνο επικίνδυνες για τη μάχη, αλλά διέφθειραν και το σχηματισμό νέων αξιών. Είναι δύσκολο να ‘σαι Weatherman.. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να μάχεσαι σαν κι αυτούς. Η πρώτη μεγάλης κλίμακας ενέργεια των Weathermen κανονίστηκε να γίνει τον Οκτώβριο στο Σικάγο. Έλπιζαν πως χιλιάδες άνθρωποι θα έρχονταν και υπολόγισαν τουλάχιστον σε ένα σκληρό πυρήνα χιλίων ατόμων, συνηθισμένων στις οδομαχίες, που θα σχημάτιζαν μετά καινούργιες κολλεκτίβες. Ολόκληρο το καλοκαίρι α­ναζητούσαν υποστηρικτές -και πέρασαν ατέλειωτες ώρες συζητώντας με ανθρώπους από άλλα κινήματα που κατηγορούσαν για τυχοδιωκτι­σμό τον διακηρυγμένο στόχο τους να καταστρέψουν το Λουπ (την πλούσια συνοικία του Σικάγο). «Αν πρόκειται για έναν αγώνα παγκό­σμιας κλίμακας, αν οι Weathermen έχουν δίκιο σ’ αυτό το θεμελιακό σημείο, πως ο βασικός αγώνας στον σημερινό κόσμο είναι ο αγώνας των καταπιεσμένων λαών ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, τότε είναι καθαρό πως τίποτε απ’ όσα μπορούμε να κάνουμε εδώ στη μητρόπολη δεν μπορεί να είναι τυχοδιωκτικό. Τίποτε απ’ όσα μπορούμε να κάνουμε γιατί πρόκειται για έναν πόλεμο που έχει ήδη αρχίσει και του οποίου οι όροι έχουν ήδη καθοριστεί», εξηγούσε τον Σεπτέμβριο ο Μπιλλ ’ιερς, μέλος του «μετεωρολογικού γραφείου». Και ο Καρλ Νταίηθιντσον, παλιός ηγέτης του SDS, ανταπαντούσε: «Τα τυχοδιωκτι­κά λάθη γίνονται όταν οι επαναστάτες ακολουθούν μια γραμμή δράσης που τους απομονώνει από το λαό, δείχνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στο λαό, αποκαλύπτει την περιφρόνηση τους για το λαό και πολλές φο­ρές τους οδηγεί στο να υποκαθιστούν το λαό». Και οι Weathermen τους απαντούσαν πως ο λαός δεν είναι φτιαγμένος μόνο από τους εργάτες που σας αγνοούν και σας αντιμάχονται, αλλά και από τους νέους, τους Βιετ­ναμέζους, τους Δομινικανούς, τους Κογκολέζους κλπ.

Τελικά η μέρα έφτασε: 8 Οκτώβρη του 1969 στο Σικάγο. Πού ήταν ο κόκκινος στρατός που προέβλεπαν οι Weathermen; Δεν υπήρχαν χι­λιάδες διαδηλωτές ούτε καν οι βασικοί χίλιοι. Ακριβώς πεντακόσια μέ­λη των ομάδων, έκπληκτοι και τρομαγμένοι από το γεγονός ότι η αστυ­νομία τους ξεπερνούσε σε αριθμό, σε σχέση δέκα προς έναν, και επι­πλέον την Εθνοφυλακή από δίπλα έτοιμη να επέμβει σε κάθε κάλεσμα. «Λοιπόν, φώναξε ένα στέλεχος των Weathermen, ξέρετε γιατί ήρθαμε εδώ και ξέρετε επίσης αυτό που υποσχεθήκαμε να κάνουμε. Δεν είναι παρά η αρχή. Τώρα εξαρτάται πια από μας αν θα είναι ή όχι και το τέ­λος. Πάμε». Και χτύπησαν. Η μάχη ήταν ίσως η πιο σκληρή στην ιστο­ρία της Νέας Αριστεράς.

Χιλιάδες αστυνομικοί, χρησιμοποιώντας γκλομπς, δακρυγόνα και κατόπιν πιστόλια, ενάντια σε μια ομάδα λευκών παιδιών, εξοργισμένων αλλά αυστηρά πειθαρχημένων, που προστα­τεύονταν από κράνη, μπότες, ασπίδες και χρησιμοποιούσαν σιδερογροθιές και αλυσίδες. Η πόλη κοίταγε έκπληκτη τους Weathermen που χτύ­παγαν, ντροπαλά στην αρχή, ύστερα όλο και πιο αποφασιστικά, δια­λύονταν, ξανασυγκεντρώνονταν, διαλύονταν και έφευγαν για να φτά­σουν στο Λουπ όπου έκαναν αυτό που είχαν πει σπάζοντας τις βιτρίνες και καταστρέφοντας τα καταστήματα. Περισσότεροι από διακόσιους Weathermen συνελήφθησαν, οκτώ πληγώθηκαν από σφαίρες (δεν υπήρξε κανένας νεκρός)· και παρ’ όλα αυτά την επομένη επέστρεψαν.

Αυτή τη φορά το κύριο χτύπημα έπρεπε να δοθεί από τις γυναίκες της οργάνωσης. Λεν ήταν παρά 65, περικυκλωμένες από 150 μπάτσους. Οι γυναίκες ήταν πιο φοβισμένες απ’ ό,τι την προηγούμενη μέρα, γιατί αισθάνονταν απομονωμένες. Τότε η Μπερναντίν Ντον είπε στις γυναίκες: Ο φόβος που οι άνθρωποι αισθάνονται σ’ αυτή τη διαδήλωση, πρέπει να προσφερθεί σαν αντάλλαγμα για την πείνα, τον φόβο της δυστυχίας που γνωρίζουν οι μαύροι, οι μεξικάνοι, οι κίτρινοι σ’ αυτή τη χώρα και στον υπόλοιπο κόσμο». Τις οδήγησε λοιπόν έξω από το πάρκο Γκραντ, μέσα από το ξενοδοχείο Χίλτον ώς τις αλυσίδες της αστυνομίας. Οι Weatherwomen αγωνίστηκαν καλά, χτύπησαν πολλούς μπάτσους, αλλά στο τέλος τις έπιασαν.

Παρ’ όλα αυτά ήταν εκεί και την επόμενη μέ­ρα, και την επόμενη, όλη την εβδομάδα. Στο τέλος 284 βρίσκονταν στη φυλακή, με ποσά εγγυήσεων που ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο δο­λάρια.

Αλλά η δύναμη των Weathermen μεγάλωνε. Νικημένοι, γελοιοποιη­μένοι και αντιμετωπίζοντας ακόμα και την κατηγορία του αντεπαναστάτη για τον τυχοδιωκτισμό τους, κέρδισαν πρώτα το σεβασμό των νέων εργατών και κατόπιν την προσοχή τους. Στο βαθμό που οι κολλεκτΐβες συνέχιζαν τον αγώνα, η επιρροή τους ακολουθούσε την ίδια πο­ρεία. Ακόμη μια άλλη τακτική έδειχνε να τους αποφέρει κέρδη, αλλά μακροπρόθεσμα. Ήταν το «σπάσιμο των φραγμάτων» στα σχολεία. Οι κολλεκτίβες των Weathermen κατελάμβαναν τα λύκεια όπου φοιτούσαν οι εργάτες, έκαναν οδοφράγματα στις πόρτες, εξηγούσαν τους λόγους της ενέργειας τους, τιμωρούσαν όποιον καθηγητή προσπαθούσε να τους αντιταχτεί και στη συνέχεια έδιναν μάχη ενάντια στην αστυνομία που περικύκλωνε το σχολείο. Συνάντησα μια κοπέλα που είχε τόσο εντυπω­σιαστεί από αυτή την επιχείρηση που ήθελε να πάει με τους Weathermen. Την ρώτησα αν συμφωνούσε πως μια τέτοια βίαιη τακτική δεν θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει φασιστική έκλαμψη. Μου απάντησε: «Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε με αυτό το φασιστική. Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να κάνω μια σειρά από πράγματα που δεν κάνουν κακό σε κανέναν και δεν μπορώ να τα κάνω και ξέρετε γιατί: οι γονείς μου με εμποδίζουν, το σχολείο με εμποδίζει, η αστυνομία με εμποδίζει. Οι φίλοι μου πρέπει να κόβουν τα μαλλιά τους” δεν μπορούμε να καπνί­ζουμε, πράγμα που δεν κάνει κακό σε κανέναν, αλλά αυτοί μπορούν να πίνουν κι όταν το κάνουν βαράνε. Γέρο μου, το μόνο που θέλω είναι να τινάξω στον αέρα αυτό το μπουρδέλλο, να ξεφορτωθώ όλα αυτά τα σκουλήκια, να είμαι σίγουρη πως κανένας δεν Θα στείλει ποτέ τους φί­λους μου να πεθάνουν στο Βιετνάμ ή οπουδήποτε αλλού». «Δεν σε πει­ράζει να μην έχεις τίποτα δικό σου, που να ανήκει μονάχα σε σένα;» τη ρώτησα. «Χριστέ μου, όχι, δεν θέλω να έχω δικά μου πράγματα. Το μόνο που σου κάνουν όλα αυτά είναι να θέλεις ακόμη περισσότερα. Γι’ αυτό δεν πήγαμε στο Βιετνάμ; Γιατί τα καθάρματα που κυβερνάνε αυτή τη μπουρδελλοχώρα θέλουν περισσότερα, ακόμη περισσότερα, πάντα πε­ρισσότερα». Πήγαινε στο Φλιντ του Μίτσιγκαν όπου οι Weathermen έκαναν το εθνικό τους συνέδριο στις 27 του περασμένου Δεκέμβρη (1969, σ.τ.μ.). Ήταν δεκατεσσάρων χρονών.

Τέτοιου είδους στρατολογίες αναζητούσαν κυρίως οι Weathermen. Οι νέοι των αστικών κολλεγίων μπορούν πάντα να αφομοιωθούν από το σύστημα. Όχι όμως και οι δραπέτες των λυκείων. Οι Weathermen, που θεωρούσαν τις κολλεκτίθες τους σαν οργανώσεις για την προετοιμασία του κόμματος, πίστευαν πως μέσα στην πάλη θα εμφανισθεί πιθανά αυ­τός ο τύπος των στελεχών που θα είναι ικανά να διευθύνουν ένα αυθεντι­κό επαναστατικό κόμμα, που θα συμπληρωνόταν από έναν κόκκινο στρατό ικανό να διεξάγει τον ένοπλο αγώνα ενάντια στο σύστημα. Βρί­σκονται ακόμα στην αρχή: όχι περισσότεροι από δύο χιλιάδες τον Μάρτη του 1970. Οι αντιφάσεις της οργάνωσης είναι ολοφάνερες, κυ­ρίως στα μάτια των αγωνιστών. Για τα άλλα ρεύματα της αριστεράς, ο μιλιταντισμός των Weathermen εμφανίζεται σαν απειλή και αυτοί που τους επιτίθενται πιο λυσσαλέα είναι οι ηγέτες του RΥΜ II, ή οι παλιοί διανοούμενοι της αριστεράς. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοί οι πρώην αριστεριστές και εξτρεμιστές της πολυθρόνας θα έπρεπε να νιώ­θουν πως απειλούνται. Αλλά στην πραγματικότητα, όπως δεν έχουν κα­μία πρόθεση να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους για μια επανάσταση που μετατίθεται πάντα για αύριο, υπάρχει κάτι το άλογο στη μονολιθικότητα των Weathermen, αυτή τη μονολιθικότητα που εκφράζει έτσι ο πα­λιός πανεπιστημιακός Σΐνγια Όνο: «Για μας, σαν “λαϊκό κίνημα”, δεν υπάρχουν παρά δύο πιθανότητες: ή προετοιμαζόμαστε να γίνουμε στρα­τιώτες του παγκόσμιου επαναστατικού πολέμου, ή ξαναπέφτουμε ο κα­θένας στην αστική του τρύπα και γινόμαστε αντικομμουνιστικά γου­ρούνια». Είναι φανερό πως μια τέτοια πολιτική του «είτε… είτε» παρα­μερίζει δεκάδες οργανωτές, προπαγανδιστές, υποστηρικτές, που είναι καθ’ όλα επαναστάτες και μπορούν να παίξουν έναν αποφασιστικό ρόλο για να προετοιμάσουν το έδαφος στους κόκκινους στρατιώτες.

Η πραγματική επιρροή των Weathermen δεν μετριέται παρόλα αυτά με τον αριθμό των καταστημάτων που κατέστρεψαν, με τον αριθμό τωνγουρουνιών (μπάτσων) που έστειλαν στο νοσοκομείο, με τον αριθμό των ψευδοεπαναστατών που κατάγγειλαν, αλλά περισσότερο με το κλίμαπου δημιούργησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παίζοντας ίσως το ρόλο των Ναρόντνικων στο σύνολο της αμερικάνικης πολιτικής, οι Weathermen είναι οι κύριοι υπεύθυνοι της κλιμάκωσης των αντεπιθέσεων του κινήματος απέναντι στην αυξανόμενη καταστολή. Όχι μόνο ένας αυξα­νόμενος αριθμός μελών του κινήματος δουλεύει πια πιο επίμονα και πιο μακροπρόθεσμα σε ενέργειες όλο και πιο συλλογικές, αλλά και ο ένο­πλος αγώνας αρχίζει να περνάει όλο και περισσότερο στην κοινή κλη­ρονομιά. Και όχι μόνο με τη μορφή απλών σαμποτάζ, αλλά με αυτή της άμεσης επίθεσης ενάντια στις ένοπλες συμμορίες του συστήματος: την αστυνομία. Μερικές από τις ενέργειες που επιχειρήθηκαν έγιναν αντικείμενο μεγάλης διαφήμισης. Για παράδειγμα η βομβιστική επίθεση, που συνοδεύτηκε από μεγάλες υλικές ζημιές, στα ντοκ τηςUnited Fruit, των γραφείων δύο τραπεζών (Marine Mildland και Chase Manhattan), της Standard Oil, της RCΑ και της General Motors, στα κτίρια του Ο­μοσπονδιακού Γραφείου και του Ποινικού Δικαστηρίου, του Κέντρου Κατατάξεως του Γουάιτχωλ (που έπαθε τέτοιες ζημιές που η κυβέρνηση δεν θέλησε να το ξαναχρησιμοποιήσει), του πυρηνικού εργοστάσιου του Ρόκυ Πλαντ (που δεν θα είναι σε θέση να ξαναλειτουργήσει παρά μόνο μετά από ένα χρόνο), του εργοστάσιου πυρομαχικών του Hanover, των τριών εργοστασίων της General Electric στη Νέα Υόρκη. Κι αυτά δεν είναι παρά τα πιο θεαματικά από τα σαμποτάζ που έχουν γίνει καθη­μερινότητα στις ΗΠΑ. Σχεδόν κάθε μέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες κά­ποιο πολεμικό εργοστάσιο ή κάποια επιχείρηση που συμμετέχει άμεσα στις δραστηριότητες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, παθαίνει υλικές ζημιές ή τίθεται για κάποιο διάστημα εκτός λειτουργίας. Επιπλέον στις περισσότερες πόλεις γίνονται επιθέσεις ενάντια στους μπάτσους. Στη Νέα Υόρκη μέχρι σήμερα επτά αυτοκίνητα της αστυνομίας έχουν τινα­χτεί στον αέρα από βόμβες. Στην Καλιφόρνια καμιά δεκαριά μπάτσοι έχουν σκοτωθεί. Στο Χάρλεμ το Μέτωπο για την Απελευθέρωση των Μαύρων (BLF) διακήρυξε πως «ανάμεσα στους μαύρους και τις κατα­πιεστικές δυνάμεις και θεσμούς των λευκών υπάρχει κατάσταση πολέ­μου». Τα μέλη του τη στήνουν και πυροβολούν τους αστυνομικούς κάθε μέρα. Ακόμα κι όταν καμιά οργάνωση, καμιά ομάδα δεν συμμετέχει, η προσφυγή στην αντεπίθεση διαδίδεται σ’ όλη την Αμερική. Οι φοιτη­τές που διαδηλώνουν δεν μένουν ικανοποιημένοι με το να χτυπιούνται με την αστυνομία ώσπου να τους συλλάβουν. Προσφεύγουν στην τακτι­κή της αιφνιδιαστικής επίθεσης και επιτίθενται αδιάκοπα ενάντια στα σύμβολα της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα τον περασμένο Φλεβάρη (του 1970 σ.τ.μ.) στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλι­φόρνια, φοιτητές έκαψαν το τοπικό υποκατάστημα της Τράπεζας της Α­μερικής, της πρώτης τράπεζας στον κόσμο. Ένας φοιτητής που ρωτή­θηκε για τους λόγους αυτής της ενέργειας απάντησε: «Γιατί ήταν το πιο μεγάλο καπιταλιστικό κέρατο εδώ γύρω».

Φυσικά είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς σήμερα αν το σαμποτάζ και η επέκταση της ένοπλης πάλης θα οδηγήσουν στην πτώση του αμε­ρικάνικου καπιταλισμού. Φυσικά, επίσης, η παλιά αριστερά είναι ε­χθρική σε μια τέτοια τακτική. Το Κ.Κ.ΗΠΑ, για παράδειγμα, καταδίκα­σε τις βομβιστικές επιθέσεις σαν «έργο είτε ψυχασθενών είτε ενέργειες προβοκατόρων της αστυνομίας ή φασιστικών ομάδων που σκοπεύουν να δυσφημίσουν την αντιπολεμική διαμαρτυρία που συγκλονίζει τη χώρα». Οι Weathermen είναι φυσικά πεισμένοι πως το σαμποτάζ και η ένοπλη πάλη βοηθούν τα κινήματα απελευθέρωσης ολόκληρου του κόσμου και γι’ αυτό το λόγο συμβάλλουν, τουλάχιστον έμμεσα, στην ήττα της μητρόπολης. Και πείθουν πολλούς αριστεριστές που δεν είναι μέλη της οργάνωσης τους. Η ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα από αυτούς που έκαναν τις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη, ήταν για παράδειγμα μέσα στη γραμμή των Weathermen. Δήλωνε πως «κατά τη διάρκεια της εβδομάδας διαμαρτυρίας ενάντια στον πόλεμο, τοποθετήσαμε εκρηκτι­κά στα γραφεία της Chase Manhattan, της Standard Oil και της General Motors».Οι φύλακες των κτιρίων και οι πράκτορες της αστυνομίας σ’ όλη την πόλη είχαν προειδοποιηθεί τηλεφωνικά τριάντα με εξήντα λε­πτά πιο πριν με τρόπο ώστε να είναι σίγουρα άδεια τα κτίρια από κόσμο. Ο πόλεμος του Βιετνάμ δεν είναι παρά η πιο εμφανής απόδειξη του τρόπου με τον οποίο η εξουσία που κυριαρχεί σ’ αυτόν τον τόπο κατα­στρέφει το λαό. Τα γιγαντιαία τραστ της Αμερικής έχουν πια εξαπλώ­σει την επιρροή τους σ’ όλο τον κόσμο αναγκάζοντας ολόκληρες οικο­νομίες ξένων χωρών σε ολοκληρωτική εξάρτηση από το αμερικάνικο νόμισμα και τα αμερικάνικα εμπορεύματα.

Στη χώρα μας τα ίδια τραστ μας έχουν μεταμορφώσει σε τρελούς κα­ταναλωτές που καταβροχθίζουν έναν τεράστιο αριθμό από πιστωτικές κάρτες και οικιακές συσκευές. Εξασκούμε επαγγέλματα χωρίς κανένα ενδιαφέρον, τεράστιες μηχανές μολύνουν τον αέρα μας, το νερό μας και την τροφή μας.

Το όνομα του Σπύρο ’γκνιου είναι γνωστό σε όλους, αλλά είναι οι άνθρωποι που σπάνια βρίσκονται στο προσκήνιο, όπως ο Νταίηθιντ Ροκφέλερ της Chase Manhattan,, ο Τζαίημς Ρος της General Motors , ο Μάικλ Χάιντεν της Standard Oil, που διευθύνουν το σύστημα από τα πα­ρασκήνια.

Η αυτοκρατορία καταρρέει στο μέτρο που οι λαοί ολόκληρου του κόσμου ετοιμάζονται να αμφισβητήσουν την εξουσία της. Στο εσωτερι­κό ο λαός των μαύρων διεξάγει εδώ και χρόνια την επανάσταση.

Και τέλος, στην ίδια την καρδιά της αυτοκρατορίας οι λευκοί Αμε­ρικάνοι δίνουν μάχες για την απελευθέρωση όλων.

Στην πραγματικότητα πολλοί από τους Weathermen έγιναν βομβιστές. Ενεργώντας σε ομάδες τεσσάρων έως εννέα ατόμων, εγκατέλειψαν την οργάνωση τους δημιουργώντας δικούς τους πυρήνες, παράνομους, χωρίς, επαφή μεταξύ τους, τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και για να μην εκθέτουν με τις ενέργειες τους την αρχική οργάνωση που σκοπό είχε τη δημιουργία στελεχών. Ένας από αυτούς τους πυρήνες ήταν φανε­ρά εγκατεστημένος σ’ ένα κομψό διαμέρισμα της δεύτερης Δυτικής Οδού στο Γκρήνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Στις 6 Μάρτη του 1970 μια έκρηξη καταστρέφει το κτίριο σκοτώνοντας τρεις από τους ενοίκους του. Στα ερείπια η αστυνομία ανακάλυψε τεράστιες ποσότητες δυναμίτη και μεγάλο αριθμό πυροκροτητών. Δήλωσε πως το σπίτι χρησίμευε σαν παράνομο εργαστήριο. Μόνο ένα από τα πτώματα έγινε δυνατό να αναγνωριστεί: αυτό του Θήοντορ Γκόλντ, 23 χρονών. Λίγες μέρες πιο πριν ο Γκόλντ είχε εμπιστευτεί σε ένα στενό του φίλο: «Έκανα τόσα συγκλονιστικά πράγματα παράνομα και τώρα ξέρω πως δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ο Γκολντ ήταν ένας Weatherman.

JOHN GERASSI

TEMPS MODERNES, ΑΠΡΙΛΗΣ 1970, ΤΕΥΧΟΣ 286

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΛΥΣΣΑΣ ( DAYS OF FURY)

Πάνω από τα μισά στελέχη του SDS, είμασταν περίπου καμιά εκατο­στή, πέρασαν στους Weather. Πυρήνες αναπτύχθηκαν στο πανεπιστή­μιο Κολούμπια, στο King State University, στο Μπόλντερ του Κολορά­ντο, στο Σικάγο. Οι weather είχαν αποφασίσει να συγκρουστούν και να οργανωθούν σε κολλεχτίβες των οποίων τα μέλη μοιράζονταν τα πάντα: τον έρωτα, τα αγαθά, τα τσιγαριλίκια. Εγώ κράτησα τις αποστάσεις αλ­λά όλοι μου οι φίλοι συμμετείχαν. Στο Ντένβερ ζούσαν σ’ ένα μεγάλο σπίτι από το οποίο χρησιμοποιούσαν τα δυο κάτω δωμάτια για να ζουν όλοι μαζί. Είχαν γκρεμίσει τους ενδιάμεσους τοίχους για να βάλουν τέ­λος στην ιδιωτική ζωή. Τουαλέττες, λουτρά, σεξουαλικές σχέσεις, κάθε «ιδιωτικότητα» είχε εξοριστεί. Ο τρόπος ομιλίας ήταν επίσης κοινός σε όλους. Γινόμασταν αυτοκαταστροφικοί. Ο Μαρκ Ραντ, που είναι σήμε­ρα στην παρανομία, συνήθιζε να λέει: «Αν σε μια συγκέντρωση κάνετε εχθρικούς μόνο κάποιους είναι αποτυχία, τους μισούς είναι ημι-επιτυχία, όλους είναι μια μεγάλη επιτυχία». Οι πιο αποτυχημένες διαδηλώ­σεις μας φαίνονταν επιτυχημένες, τουλάχιστον έτσι λέγαμε. Έτσι έγι­ναν τον Οκτώβρη του 1969 απ’ τις 9 ως τις 11 οι περίφημες «ημέρες λύσ­σας» των Weather, η τελευταία μη παράνομη πράξη τους. Η ιδέα ήταν να μεταφέρουμε τον πόλεμο στην ίδια τη χώρα. Αποχώρησα λέγοντας τους ότι έχουν τρελαθεί εντελώς. Ο καθένας υποπτευόταν τον άλλο ότι είναι χαφιές. Δεν μιλούσαν πια παρά για θάνατο- αν ήταν δυνατό. Οι υ­πεύθυνοι των Weather πίστευαν ότι στο κάλεσμα τους 25.000 άτομα θα διαδήλωναν στο Σικάγο. Θα είναι κάποιες εκατοντάδες μόνον που θα ξυλοκοπηθούν απ’ τους μπάτσους, θα συλληφθούν, θα αντιμετωπιστούν απ’ όλους σαν τυχοδιώκτες. Πριν απ’ αυτές τις περίφημες μέρες τα μέλη προετοιμάζονταν: ξύπνημα στις 6.00 το πρωί, γυμναστική, τρέξιμο στο πάρκο, μάθημα καράτε, κομμένο το κάπνισμα, πρόβα με τα κράνη. Το χειμώνα του 1969 οι Weather έκαναν μια συνδιάσκεψη στο Μίτσιγκαν. Μα είχαν χάσει πια κάθε αξιοπιστία. Μερικοί έφταναν μέχρι του ση­μείου να κάνουν με τα δάχτυλα το σήμα του πηρουνιού, αυτού του πηρουνιού που χρησιμοποίησε ο Τσαρλς Μάνσον για τη σφαγή. Έλεγαν: «όλα τα λευκά μωρά είναι γουρούνια». Πολλοί θα αφήσουν τότε τους Weather. Αυτοί που έμειναν θα φτιάξουν τους Weather Underground που συνεχίζουν να δρουν μέχρι σήμερα.(Αρχές του ’80 οπότε ουσιαστικά αυτοδιαλύθηκαν)

ΦΙΛΙΠ ΓΚΑΒΙ – Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΟΜΜΑΤΙΑΖΕΤΑΙ

TEMPS MODERNES, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ-ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1976

(κλεμμένα απ’ το βιβλίο «the movement» εκδ. κομμούνα)