Συνδικάτα και Ταξική Πάλη – Μπενζαμέν Περέ

Συνδικάτα και Ταξική Πάλη – Μπενζαμέν Περέ

Το πρώτο συνδικάτο δεν προέκυψε παρά στα 1864. Η όλη ιδέα της ταξικής πάλης ήταν απούσα μιας και το συνδικάτο εμφανίστηκε αντιθέτως με την πρόθεση να συμφιλιώσει τα συμφέροντα των εργαζομένων με αυτά των αφεντικών τους. O ίδιος ο Tolain δεν φαίνεται να τους αποδίδει κάποιο άλλο σκοπό. Πρέπει να προσθέσουμε επίσης ότι το συνδικαλιστικό κίνημα δεν αποτελεί μέρος των χιλιάδων των αγριότερα εκμεταλλευομένων της εργατικής τάξης, του νεοεμφανιζόμενου βιομηχανικού προλεταριάτου, αλλά μάλλον των εργαζομένων σε βιοτεχνικά επαγγέλματα. Αντανακλά λοιπόν ευθέως τις εξειδικευμένες ανάγκες και τις ιδεολογικές τάσεις αυτών των εργατικών στρωμάτων.

Ενώ οι τσαγκάρηδες και οι τυπογράφοι, κατ’ εξοχήν βιοτέχνες, δημιουργούν τα συνδικάτα τους γύρω στα 1864 και τα 1867 αντίστοιχα, οι ανθρακωρύχοι, που αποτελούν το πιο άμεσα εκμεταλλευόμενο κομμάτι του προλεταριάτου, δε θα δημιουργήσουν το πρώτο συνδικάτο τους, παρά στα 1876, στο Loire (και στα 1872 στο Nord και στο Pas-de-Calais) και οι υφαντουργοί, όπου οι συνθήκες εργασίας είναι ιδιαίτερα τρομακτικές, δε θα εκτιμήσουν την ανάγκη για ένα συνδικάτο παρά μέχρι το 1877. Πως γίνεται λοιπόν, σ αυτή την εποχή των πνευματικών ζυμώσεων, όπου οι σοσιαλιστικές ιδέες (και οι αναρχικές ιδέες που δε θα διαφοροποιηθούν παρά κάποια χρόνια αργότερα) διαδίδονται στις εργατικές τάξεις κάθε μεγάλης πόλεις, όπου οι εργαζόμενοι οι πιο εκτεθειμένοι στην εκμετάλλευση αντιστέκονται φανερά στην οργάνωση σε συνδικάτα, ενώ αυτοί το βιοτικό επίπεδο των οποίων είναι περισσότερο υψηλό την αποζητούν;

Πρέπει πρώτα απ’ όλα να θυμηθούμε ότι τα πρώτα συνδικάτα που δημιουργήθηκαν από εργαζόμενους βιοτεχνικών επαγγελμάτων δεν είναι παρά οργανισμοί ταξικής συμφιλίωσης κι όχι σύγκρουσης. Θα γίνουν κάτι τέτοιο πολύ αργότερα. Εξάλλου, αντιπροσωπεύουν την οργανωτική μορφή που ταιριάζει καλύτερα στα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν μέσα σε πολλά εργαστήρια ένα σχετικά μικρό αριθμό εργαζομένων του ιδίου επαγγέλματος. Ήταν το καλύτερο μέσο προκειμένου να συνευρεθούν οι εργαζόμενοι του ιδίου επαγγέλματος που βρίσκονταν διασκορπισμένοι μέσα στα διάφορα εργαστήρια μιας πόλης, να τους επιτραπεί μια συνοχή την οποία οι ίδιες οι συνθήκες της εργασίας έτειναν να καταστρέψουν.

Πρέπει να θυμηθούμε επίσης ότι ο βιοτεχνικός χαρακτήρας ενός επαγγέλματος έχει συχνά ως συνέπεια, τα αφεντικά και οι εργαζόμενοι που δουλεύουν δίπλα-δίπλα, να διεξάγουν μια παρεμφερή ζωή. Ακόμη κι αν η οικονομική κατάσταση του αφεντικού είναι πολύ ανώτερη από αυτή του εργάτη, η ανθρώπινη επαφή που συχνά διατηρούν μεταξύ τους αποτρέπει τη δημιουργία του χάσματος που χωρίζει τους εργάτες από τους εργοστασιάρχες, στις μεγάλες βιομηχανίες. Όλοι αυτοί οι λόγοι ενθάρρυναν περισσότερο τις προσπάθειες για έναν συμβιβασμό παρά για μια διένεξη.

Η κατάσταση των εργατών στην υφαντουργία ή στα ορυχεία (για να ξαναπιάσουμε το παράδειγμα αυτό) ήταν τελείως διαφορετική. Ανάμεσα στους ανθρακωρύχους όπως και στους κλωστοϋφαντουργούς, οι μεγάλες μάζες των εργατών διαφόρων ειδικεύσεων συγκεντρώνονταν σε εργοστάσια ή ορυχεία, και υπόκειντο στις ίδιες συνθήκες απάνθρωπης εργασίας.

Αν οι εργαζόμενοι στις βιοτεχνίες ήταν οι πρώτοι που οργανώθηκαν ώστε να συζητήσουν για τα συμφέροντά τους από κοινού με τα αφεντικά, αυτοί των μεγάλων εργοστασίων, που υποβάλλονταν στην πιο ανελέητη πίεση του κεφαλαίου ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν αυτό που τους φέρνει σε αμείωτη αντίθεση με την εργοδοσία, αυτοί που εξεγέρθηκαν ενάντια στην κατάσταση που τους έχει επιβληθεί, αυτοί που εφάρμοσαν την άμεση δράση, που διεκδίκησαν το δικό τους δικαίωμα στη ζωή, με τα όπλα στα χέρια, και πολύ σύντομα προσανατολίστηκαν σχεδόν ενστικτωδώς προς την κοινωνική Επανάσταση. Η εξέγερση της Λυόν στα 1831, καθώς και η απεργία των ανθρακωρύχων στα 1844 το έδειξαν περίτρανα. Ενώ, από το 1830 μέχρι το 1845, οι τυπογράφοι, για παράδειγμα, δεν εμφανίζονται ούτε μια φορά στη λίστα των επαγγελματιών που έχουν υποστεί τον μεγαλύτερο αριθμό καταδικών, οι ανθρακωρύχοι φιγουράρουν εκεί τρεις φορές (η βιομηχανία ορυκτών είναι τότε σε πλήρη ανάπτυξη), και οι εργάτες των υφαντουργείων κυριαρχούν σχεδόν κάθε χρόνο.

Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι οι εργαζόμενοι των μεγάλων βιομηχανιών δεν είχαν κανένα συμφέρον στο να δημιουργήσουν έναν οργανισμό που θα πρότεινε μια συμφιλίωση (λες και κάτι τέτοιο ήταν δυνατό) μεταξύ των αντιμαχόμενων τάξεων. Δε θα φτάναν εκεί παρά πολύ αργότερα, και μάλλον παραιτημένοι, μιας και ήταν πιεσμένοι από την ίδια την κατάστασή τους, αφού είχαν υιοθετήσει αρκετές μορφές αγώνα ενάντια στην εργοδοσία που το συνδικάτο δεν είχε συλλάβει, τουλάχιστον στο ξεκίνημά του. Πράγματι, οι βιομηχανικοί εργάτες δε θα δημιουργήσουν μια συνδικαλιστική οργάνωση παρά μόνο αφού αυτή θα καταχωρήσει στο καταστατικό της την πάλη των τάξεων. Είναι επιπλέον αυτή που από τα 1880 μέχρι το 1914 θα διεξάγει τους πιο βίαιους αγώνες πάνω σε ένα διεκδικητικό πλάνο. Εκτός από αυτήν τους την παραχώρηση, θα αρνηθούν να ενσωματωθούν στο συνδικάτο με πολλούς τρόπους. Κάτι τέτοιο όμως δεν αποφεύχθηκε. Αρχικά, καθώς δεν υπήρχε η σύλληψη καμιάς άλλης μορφής οργάνωσης την εποχή εκείνη. Επιπλέον, είχαμε τότε μπροστά μας την προοπτική μιας μακράς αναπτυξιακή προόδου του καπιταλισμού, όπου η αναγκαιότητα συγκρότησης της εργατικής τάξης ώστε να διεκδικεί από την εργοδοσία περισσότερο ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης, φάνηκε να επιτρέπει μια καλύτερη προετοιμασία των εργαζομένων για την τελική εφόρμηση της κοινωνίας.

Ήδη από το ιστορικό του ξεκίνημα, το συνδικάτο έγινε αντιληπτό σαν ένα επισφράγισμα της ήττας των βιομηχανικών εργατών. Παρέμεινε ωστόσο αποδεκτό χάρις στις βιοτεχνικές παραγωγικές σχέσεις που επιβίωναν ακόμη στην βιομηχανία. Ήταν μια θετική λύση σ’ αυτήν την εποχή της διαρκούς ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας που συνοδευόταν από μια συνεχή επέκταση των ελευθεριών και της κουλτούρας. Η αναγνώρισή τους από το Κράτος, και μέσω αυτού, του δικαιώματος στην συνένωση, στις συγκεντρώσεις και στον τύπο, καθιστούσαν μια αξιοσέβαστη κατάκτηση.

Παρ όλα αυτά ακόμη κι όταν ο συνδικαλισμός υιοθέτησε τις αρχές της πάλης των τάξεων, δεν πρότεινε ποτέ, μέσα στον καθημερινό αγώνα, την κοινωνική ανατροπή. Αντίθετα έβαλε στόχο του να συσπειρώσει τους εργάτες κάτω από το αίτημα της υπεράσπισης των οικονομικών συμφερόντων τους, μέσα στους κόλπους της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτή η αμυντική στάση παίρνει καμιά φορά έναν χαρακτήρα έντονα συγκρουσιακό αλλά δεν προτείνει ποτέ, ούτε καν υπαινίσσεται, σιωπηρά είτε ρητά, την επανάσταση. Καθένας από τους αγώνες της εποχής εκείνης, ακόμα και οι πλέον βίαιοι, δεν θέτουν αυτό το σκοπό. Στην καλύτερη περίπτωση, την αναβάλει για κάποια απροσδιόριστη μελλοντική στιγμή, κάτι που παίρνει τον χαρακτήρα του καρότου πίσω από το οποίο πορεύεται καρτερικά το υποζύγιο, υπομένοντας έτσι την καταπίεση των αφεντικών και της εργασίας, και κατ’ επέκταση της καπιταλιστικής κοινωνίας που τα παράγει. Κι όμως καμία δράση δε θα γίνει προς τον σκοπό αυτό (της Επανάστασης).

Το συνδικάτο, γέννημα της επικράτησης του ρεφορμισμού στους κόλπους της εργατικής τάξης, είναι η πιο πλέρια έκφραση αυτής της τάσης. Είναι αδιανόητο να μιλάμε για ρεφορμιστικό εκφυλισμό των συνδικάτων, μιας και είναι κάτι το εκ γενετής ρεφορμιστικό. Ανά πάσα στιγμή, δεν αντιτίθεται στην καπιταλιστική κοινωνία και στο Κράτος της, για να τα καταστρέψει, αλλά μόνο και μόνο για να κατακτήσει μέσα τους μια θέση όπου μπορεί να εδραιωθεί. Ολόκληρη η ιστορία του από το 1864 μέχρι το 1914 είναι αυτή της ανόδου και της οριστικής επικράτησης αυτής της τάσης εγκολπωμένης μέσα στο ίδιο το καπιταλιστικό Κράτος, σε βαθμό που με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, οι συνδικαλιστές ηγέτες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, βρέθηκαν τελείως φυσικά στο πλευρό των καπιταλιστών με τους οποίους ενώνονταν βάσει των νέων συμφερόντων τους που προέκυψαν με την πλήρη αφομοίωση των συνδικάτων από την καπιταλιστική κοινωνία (σ.τ.μ: χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ιταλών αναρχοσυνδικαλιστών που στις παραμονές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, συνδύαζαν στη ρητορική τους την ταξική πάλη με την αποικιοκρατία και την υποστήριξη στον ιταλικό ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο στην Αφρική). Ήρθαν τότε σε σύγκρουση με τα μέλη των συνδικάτων που ήθελαν να πολεμήσουν το σύστημα και να αποφύγουν τον πόλεμο, και τα οποία θα απομονωθούν για πάντα.

Στην περίοδο πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οι συνδικαλιστές ηγέτες μόλις και μετά βίας μπορούσαν να παρουσιάζονται ως οι νομιμοποιημένοι αντιπρόσωποι της εργατικής τάξης κι αυτό στο μέτρο που χρησιμοποιούσαν αυτόν τον ρόλο ώστε να πιστοποιηθούν ως τέτοιοι από το καπιταλιστικό Κράτος. Την αποφασιστική στιγμή, όπου έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στο ρίσκο του να καλέσουν τις μάζες να απορρίψουν τον πόλεμο και το καθεστώς που τον παρήγαγε ή από την άλλη να ενισχύσουν τη θέση τους μέσα στο καθεστώς αυτό, βοηθώντας το, επέλεξαν τη δεύτερη κίνηση. Κάτι τέτοιο δε συνέβη μονάχα στη Γαλλία, αντιθέτως, οι συνδικαλιστές ηγέτες των εμπλεκομένων στον πόλεμο χωρών κράτησαν παντού την ίδια στάση θέτοντας εαυτόν στη διάθεση του καπιταλισμού. Εάν οι συνδικαλιστές ηγέτες «πρόδωσαν» τις μάζες, δεν φταίει άραγε η ίδια η συνδικαλιστική δομή και ο ρόλος τους στην κοινωνία εξ’ ολοκλήρου, που έκανε μια τέτοια «προδοσία», αναπόφευκτη στα 1914;

Benjamin Péret


Σημείωση της μετάφρασης: Ο Μπενζαμέν Περέ (4 ιούλη 1899 – 18 σεπτέμβρη 1959) ήταν επαναστάτης και ποιητής, αρχικά συμμετείχε στο κίνημα Νταντά κι έπειτα στον Σουρρεαλισμό, ενώ πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο με το POUM, ενώ στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει μεταξύ άλλων, από το περιοδικό ‘πεζοδρόμιο’ (η καταισχύνη των ποιητών) το κείμενό του με τίτλο “ο πατριώτης ποιητής” που αναφέρεται στη γεροντική μεταστροφή του Αραγκόν σε σταλινικό υμνητή της Γκεπεού…