Σημειώσεις για τις συνόδους και τις αντι-συνόδους

Σημειώσεις για τις συνόδους και τις αντι-συνόδους

Η ψευδαίσθηση του κέντρου

Ο καπιταλισμός είναι ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων κι όχι ένα οχυρό των ισχυρών. Ξεκινώντας από αυτή την κοινοτοπία, μπορούμε να μιλήσουμε για το ζήτημα των συνόδων και των αντι-συνόδων. Η αναπαράσταση του κράτους και του κεφαλαίου με ένα είδος ηγετικού επιτελείου (είτε λέγεται G8, είτε Παγκόσμιο Νομισματικό Ταμείο, κοκ) είναι χρήσιμη μόνο σε όσους επιθυμούν την αντικατάσταση αυτού του διευθυντικού κέντρου από ένα άλλο: για παράδειγμα οι πολιτικοί φορείς του λεγόμενου κινήματος, ή ακόμη καλύτερα, οι αντιπρόσωποί τους. Εν συντομία, είναι χρήσιμη μοναχά σε όσους προτείνουν απλά μια αλλαγή στο διευθυντικό προσωπικό. Πέραν του ρεφορμισμού στην ουσία και στους σκοπούς της, μια τέτοια λογική αποβαίνει συνεργατική κι εξουσιαστική ως προς τις πρακτικές της, καθώς αποζητά την επικέντρωση της αντιπαράθεσης. Εξ ου και το άγχος όλων αυτών των αριστεριστών διαδηλωτών να γίνουν ακουστοί στους «ισχυρούς της Γής», επενδύοντας χρήμα και πολιτικό κύρος στις συνόδους στις οποίες όλο και πιο συχνά κλείνουν ραντεβού. Στα πλαίσια των συνόδων αυτών, επικυρώνονται αποφάσεις που έχουν παρθεί σε άλλους χώρους και χρόνους, χωρίς αυτό να αποθαρρύνει τους διάφορους αντιπροσώπους των κοινωνικών φόρουμ. Εξ άλλους, η αντιπαράθεσή τους είναι τόσο τυπική, εξαντλούμενη κυρίως σε σεμινάρια επί χρήμασι, στα οποία αποδεικνύουν πόσο κακός είναι ο νέο-φιλελευθερισμός και πόσο καλή η ανθρωπότητα, ή για τους πιο ζωηρούς, σε μαχητικές παραστάσεις προκαθορισμένης αντιπαράθεσης με την αστυνομία. Έτσι κι αλλιώς, πως θα μπορούσε μια αντιπαράθεση που υποκαθίσταται από θεσμούς, δημοτικούς και κοινοβουλευτικούς συμβούλους, υπό την προστασία των νεκροθαφτών του εργατικού κινήματος (αναφερόμαστε στις ομάδες περιφρούρησης του CGIL σε αγαστή συνεργασία με την αστυνομία) να είναι πραγματική; Το παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι καλούνται στους δρόμους στο όνομα ενός «άλλου πιθανού κόσμου», αλλά με την προϋπόθεση ότι  τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί. Κάθε φορά που ένα λιγότερο ή περισσότερο «πολύχρωμο πλήθος» κινείται ειρηνικά, υπό διακριτική επιτήρηση, αυτό διαφημίζεται σαν μια «τεράστια νίκη του κινήματος». Κι επίσης, αυτοί οι ειρηνοποιοί της κοινωνικής σύγκρουσης, ξέρουν πολύ καλά ότι η ικανότητά τους να χρίζουν εαυτούς διαπραγματευτές με τους θεσμούς δεν εξαρτάται ιδιαίτερα από τον αριθμό των ανθρώπων που κατεβάζουν στο δρόμο (εκατομμύρια διαδηλωτών ενάντια στην τελευταία στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ δεν ανησύχησαν στο παραμικρό τις κυβερνήσεις που συμμετείχαν στον πόλεμο), αλλά μάλλον από την ισχύ της διαμεσολάβησης και της καταστολής που θα καταφέρουν να εφαρμόσουν – ή να δικαιολογήσουν – εναντίον κάθε κοινωνικής ανταρσίας. Στην πραγματικότητα, αν οι σύνοδοι και οι αντι-σύνοδοι είναι κάτι για το οποίο γίνεται τόσο συχνά λόγος, αν οι αντιπρόσωποι των κοινωνικών φόρουμ έχουν παρελάσει στα διαπραγματευτικά τραπέζια των μίντια τόσο πολύ, είναι μόνο και μόνο γιατί κατ΄ αρχήν στο Σηάτλ, κι έπειτα σε άλλες περιστάσεις, κάτι πραγματικά συνέβη: Χιλιάδες συντρόφων και φτωχών νεολαίων επιτέθηκαν στις δομές του κράτους και του κεφαλαίου, αναστάτωσαν τους αστυνομικούς σχεδιασμούς ανοίγοντας χώρο για επικοινωνία και συγκρουόμενοι με τους ένστολους υπηρέτες της τάξης. Χωρίς αυτήν την ανατρεπτική απειλή – μαζί με τις διάφορες εξεγερσιακές εκρήξεις που τάραξαν τα τελευταία χρόνια – οι κυρίαρχοι δε θα είχαν κανένα λόγο να ασχολούνται με τους διάφορους Casarini και Agnolleto (μεγαλοστελέχη της ιταλική εκδοχής της «κοινωνίας των πολιτών», των tutti bianchi κλπ). Κάτι τέτοιο δε συνέβη και με τα συνδικάτα; Δε συμμάχησαν με το κεφάλαιο σε καιρούς σφοδρής κοινωνικής διαμάχης, στοχεύοντας στη διάσπαση, τη συκοφαντία και την αποκήρυξη εξεγερμένων προλεταρίων, καταλήγοντας τελικά τα ίδια στη χωματερή της αναξιοπιστίας. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, σπεύδουν βεβιασμένα να φωνάξουν ξανά ενάντια στις επιθέσεις των αφεντικών τις οποίες τα ίδια δικαιολόγησαν και εξέθρεψαν. Οι εκπρόσωποι των disobbedienti θα σπεύσουν λοιπόν να ξεχωρίσουν τους εαυτούς τους από τα κακά παιδιά, τους εξτρεμιστές, τους βίαιους (δηλαδή αυτούς που εφαρμόζουν ενέργειες άμεσης δράσης) και να δώσουν πολιτική πιστοποίηση στους απέναντι. Από την μία λοιπόν, τα συνθήματα των κοινωνικών φόρουμ καταλήγουν να ταιριάζουν απόλυτα στην προοδευτική μπουρζουαζία: φορολόγηση του εισοδηματικού κεφαλαίου, δημοκρατισμός και διαφάνεια στις ρυθμίσεις του παγκόσμιου εμπορίου, περισσότερο κράτος και λιγότερη αγορά, συνειδητοποιημένη κατανάλωση, τράπεζες με ήθος, ειρηνισμός κλπ. Από την άλλη, αυτό που πουλούν με τις «δημοκρατικές κινητοποιήσεις» τους είναι ένα εμπόρευμα υψηλής αξίας: η ψευδαίσθηση του ότι κάνεις κάτι ενάντια στις αδικίες αυτού του κόσμου. Με αυτήν την έννοια, οι αντισύνοδοι είναι ένα απολαυστικό θέαμα. Οι λίγοι κακοπροαίρετοι απομονώνονται και οι πολλοί καλοκάγαθοι διαδηλωτές βλέπουν τα δίκαια αιτήματά τους να εισακούγονται. Κι εδώ τελειώνει η ιστορία. Ή μήπως όχι; Η εξουσία γνωρίζει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι αηδιαστικά «ρεαλιστικές» προτάσεις της αφομοιωμένης αντιπολίτευσης δεν έχουν τίποτα να πουν στα εκατομμύρια των φτωχών που στοιβάζονται στην περιφέρεια του καταναλωτικού παραδείσου όλο και πιο στριμωγμένοι από την αστυνομία. Υπήρξε μια κάποια κατάφαση στη Γένουα. Μόνο στις συγκρούσεις και στις λεηλασίες των σούπερ-μάρκετ συνυπήρξαν οι νέοι από τις προλεταριακές συνοικίες και οι ανατρεπτικοί. Όσο οι tutti bianchi με τις θεαματικές επιχειρήσεις τους εμφανίζονταν στα μάτια τους είτε ως μάρτυρες είτε απλά ως ηλίθιοι, αυτοί, οι αποκλεισμένοι από κάθε πολιτική μαφία έπιασαν με την μία τη γλώσσα της εξέγερσης.

Μια θύελλα μη-προβλεψιμότητας

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο Σηάτλ ή στη Γένοβα, κι ακόμα πιο πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, πραγματώθηκε μια αμετροεπής κριτική ενάντια στην εξημέρωση και τους κίβδηλους εχθρούς της. Παρά το γεγονός ότι οι ημερομηνίες καθορίστηκαν από τους κυρίαρχους, τα πλαίσια των ρεφορμιστών κατέρρευσαν στο δρόμο. Ξεπεράστηκαν. Το αναφέρουμε αυτό, παρόλο που ήμασταν ανάμεσα σ εκείνους τους συντρόφους που διατυμπάνιζαν ότι «η Γένουα είναι παντού». Ότι αν η κυριαρχία και η φτώχια απλώνονται σε κάθε πλευρά της κοινωνίας και της καθημερινής ζωής, η επίθεση δε χρειάζεται ημερομηνίες καθορισμένες από τον εχθρό. Βρήκαμε ενδιαφέρουσα την πρακτική αυτών που άφησαν τον εγκλωβισμό της «κόκκινης ζώνης» και του «σπασίματός» της μαζί με την παγίδα των μετωπικών συγκρούσεων με την αστυνομία, και κινήθηκαν με ικανότητα, χτυπούσαν και εξαφανίζονταν (με αυτήν την έννοια, αξιοσημείωτο παράδειγμα αποτελεί η επίθεση στις φυλακές Μαράσσι στη Γένουα). Αυτή η πανίσχυρη απρόβλεπτη θύελλα, αυτή η ανατρεπτική «ομοσπονδία» δράσεων και ομάδων, σήμανε μια σημαντική ρήξη με τη λογική αυτών που ψάχνουν επίκεντρα στη σύγκρουση με τον εχθρό, έτσι ώστε να επικεντρώσουν τον αγώνα και να τον δώσουν ένα περιεχόμενο συμβολικό. Επιμένουμε όμως ακόμα, ότι το να βρίσκεσαι στο μέρος που ο εχθρός περιμένει λιγότερο, μακριά από τα κανονισμένα ραντεβού, είναι η καλύτερη προοπτική. Ακόμα και στις πιο ενδιαφέρουσες οπτικές τους, οι αντι-σύνοδοι περιορίζουν αυτή την προοπτική. Εξ άλλου, χωρίς διάθεση να υποτιμήσουμε στο ελάχιστο τις εκρήξεις του Σηάτλ και της Γένουας, νομίζουμε ότι οι συγκρούσεις σε τέτοιες ημερομηνίες παίρνουν έναν χαρακτήρα κάπως κλισέ, και κυρίως, αποσπασματικό: με το που τελειώνει μια αντι-σύνοδος, ξεκινούν οι προετοιμασίες για την επόμενη. Οι ημερομηνίες κλίνονται όλο και περισσότερο από τα μίντια, σε βαθμό τέτοιο που, ενώ για παράδειγμα τόσοι επαναστάτες διαδήλωσαν σε αλληλεγγύη με το Ιράκ, δε βρέθηκε σχεδόν κανένας να εκφράσει κάποια έμπρακτη αλληλεγγύη στους εξεγερμένους της Αργεντινής ή της Αλγερίας. Ταυτόχρονα αποδίδεται περισσότερη σημασία στις συγκρούσεις που περιλαμβάνουν αποκλειστικά πολιτικοποιημένους «αγωνιστές» εις βάρος αυθεντικών κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων. Γνωρίζουμε καλά γιατί αρκετοί σύντροφοι πηγαίνουν σε αντι-συνόδους: Διάχυτες ενέργειες άμεσης δράσης και γενικευμένες συγκρούσεις με την αστυνομία είναι πιθανές μόνο όταν έχουμε να κάνουμε με μαζικές καταστάσεις. Από τη στιγμή που η προοπτική της επίθεσης οπουδήποτε αλλού είναι ακραία μειοψηφική, μόνο σε μια τέτοια εκτεταμένη κατάσταση μπορεί να δοκιμαστεί ένα είδος ανταρτοπόλεμου στους δρόμους. ’λλου είδους δράσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν ανά πάσα στιγμή χωρίς να συμβιβάζονται αποκλειστικά με ορισμένες πρακτικές στο δρόμο, κατά τη διάρκεια αντι-συνόδων. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι μακροπρόθεσμα μια τέτοια πρακτική περιορίζει την αυτονομία της ανάλυσης και της δράσης (όσον αφορά το πλήθος των κοινωνικών συγκρούσεων στις οποίες έχουμε βρεθεί θεατές) μετασχηματίζοντάς τις σε ένα είδος εξτρεμιστικής πτέρυγας του τσίρκου των disobbedienti. Για να μην αναρωτηθούμε γιατί στο διάολο η εξουσία να διαφημίζει τόσο πολλές συνόδους για τις οποίες οι αποφάσεις έχουν ήδη δρομολογηθεί. Όλο αυτό μας φαίνεται περισσότερο σαν ένα πρόσφορο πεδίο για την αστυνομία να μελετήσει και να πειραματιστεί με τις διάφορες τεχνικές ελέγχου του πλήθους. Ένα είδος ομοιοπαθητικής θεραπείας στην οποία υποβάλλεται η εξουσία με ελάχιστες δόσεις ανατροπής έτσι ώστε να ενισχύσει το ανοσοποιητικό της σύστημα εν όψει πολύ ευρύτερων κοινωνικών επιδημιών. Οφείλει να βρίσκεται σε θέση να γνωρίζει πως κινούνται και οργανώνονται οι κακοί, και με ποιους από τους καλούς είναι σε θέση να συνδιαλεχτεί ούτως ώστε τίποτα να μην αναγκαστεί να αλλάξει τίποτα στ αλήθεια.

Ένα πείραμα σε ανοιχτό περιβάλλον

Όμως, πάνω απ όλα, οι σύνοδοι αποτελούν μια ακόμα μορφή πειραματισμού: να εξετάσεις μέχρι ποιο σημείο καταπίεσης είναι πρόθυμος να ανεχτεί ένας πληθυσμός. Να βρεθεί κανείς ξαφνικά μπροστά σε κάτι από Παλαιστίνη, με τα σημεία ελέγχου της, τις μόνιμες κόκκινες ζώνες και τα τεθωρακισμένα περιπολικά σε κάθε γωνία, κι όλα αυτά στην «πολιτισμένη Δύση», είναι ένας τρόπος για την εξουσία να γνωστοποιεί στους υπηκόους της ότι μέχρι αποδείξεως του εναντίον, είναι όλοι ένοχοι. Τίποτα δεν τους εξασφαλίζει μπροστά στο αστυνομικό-τεχνολογικό σύμπλεγμα. Ότι η πολεοδομία είναι η συνέχεια του ταξικού πολέμου με άλλα μέσα. Περισσότερα από 60 χρόνια πριν, ο Walter Benjiamin έγραφε στις θέσεις του για την αντίληψη της Ιστορίας ότι: «το κράτος σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, έχει γίνει πια ο κανόνας στον οποίον ζούμε». Αν αυτό είναι αληθές, πρέπει να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που συνδέει τις «σκούπες» σε μετανάστες χωρίς χαρτιά με τα στρατόπεδα όπου μαζεύονται οι πρόσφυγες πολέμου, τα υπό συνεχή αστυνομική επιτήρηση εργατικά προάστια με τα διάφορα Γκουαντανάμο που υψώνονται ανά τον κόσμο, τις τελευταίες επιχειρήσεις εκκένωσης σε σχέση με τη δεδηλωμένη επιθυμία (ολόκληρες γειτονιές εκκενώνονται προκειμένου να εξουδετερωθεί κάποιο ξεχασμένο εκρηκτικό από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο) της κατανομής ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς προειδοποίηση – στο στυλ του 1920 – από την ENEL. Μέχρι τώρα υπήρξε ζήτημα επιτυχών πειραματισμών που επιβεβαιώνουν ό,τι έγραφε ένας σύντροφος στα 1970: «Οι άνθρωποι του κεφαλαίου είναι στωικοί άνθρωποι. Αναστατώνουν την κυκλοφορία στους δρόμους, τοποθετούν κάμερες παντού, εγκαθιστούν ενοχλητικές κεραίες στις ταράτσες των σπιτιών μας, ποινικοποιούν ολοένα και περισσότερες συμπεριφορές: κανείς δε λέει κουβέντα». Οι σύνοδοι είναι η συμπυκνωμένη αναπαράσταση ολόκληρης αυτής της κατάστασης, η νομική συρρίκνωση κάθε δικαιώματος. «Τι τρέχει;» ρωτάει ο μέσος πολίτης, που υποχρεώθηκε να κάνει μια παράκαμψη προκειμένου να φτάσει στο μαγαζί για τα ψώνια του. «Τίποτα, είναι απλά οι διαδηλωτές ενάντια στην παγκοσμιοποίηση», του απαντά η πωλήτρια. Εντωμεταξύ, ακόμα και το νερό ιδιωτικοποιείται, ενώ η αστυνόμευση απλώνεται παντού. Όμως,ακριβώς γιατί είναι μια συμπυκνωμένη αναπαράσταση μιας καθημερινής κατάστασης, η πρακτική κριτική πρέπει να είναι διευρυμένη και συνεχής, για παράδειγμα μέσα από την καταστροφή καμερών επιτήρησης κι άλλων συστημάτων ελέγχου. Είναι σημαντική μια χαρτογράφηση των τοποθεσιών των συστημάτων ελέγχου, ώστε να διαδοθεί μια σχετική επαγρύπνηση, και μια θεωρητική υποστήριξη της αναγκαιότητας της καταστροφής τους.

Το καινούριο άσχημο πρόσωπο της κυριαρχίας

Η εξουσία ολοένα και αποθρασύνεται. Στην άλλη μεριά, οι κυρίαρχοι γνωρίζουν ότι υπό τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες, ολοένα και περισσότερο διαμορφωμένες από την επισφάλεια και την εξάρτηση από τα καταναλωτικά είδη, μπορούν να επιβληθούν μόνο μέσω του τρόμου: τρόμος που εκδηλώνεται προς τα έξω με την μορφή του πολέμου και στο εσωτερικό με τη μορφή του φόβου για το μέλλον (για παράδειγμα, ο φόβος μπρος σε μια επερχόμενη απόλυση, στην ανεργία…) ή μέσω της καταστολής ολοένα και πιο διευρυμένων κοινωνικών ομάδων. Από την άλλη, δεκαετίες κοινωνικής ειρήνης – κατά τις οποίες κάθε νέο μέτρο περνούσε καθώς τίποτα δεν είχε γίνει για να εμποδιστεί το προηγούμενο, μια απίστευτη επιτάχυνση της υποτίμησης – έδωσαν τη θέση τους σε μια υπεροψία δίχως προηγούμενο. Υπήρξαμε μάρτυρες της υπεροψίας αυτής σε δράση, για παράδειγμα στη Γένουα, με τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια, τη δολοφονία του Carlo Giuliani. Και συνεχίζεται. Ο νέος αστυνομικός διευθυντής του Τρέντο είναι ο Colucci, αστυνομικός διευθυντής της Γένουας στη διάρκεια της συνόδου των G8, ένα γουρούνι με διαπιστευτήρια. Θα αναλάβει επίσης τη σύνοδο των υπουργών εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα διεξαχθεί στη Riva del Garda στις 4-6 του ερχόμενου Σεπτέμβρη. Πιάνετε το μήνυμα; Μια επιτροπή του Τρέντο «για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη» δε βρήκε τίποτα καλύτερο να κάνει από το να του απευθύνει μια πρόσκληση για δημόσια αντιπαράθεση.

Όξινη βροχή και φύλα συκής

Οι υπουργοί εξωτερικών που θα συνεδριάσουν στη Riva στις 4-6 Σεπτέμβρη πρέπει να καταλήξουν σε μια κοινή πλατφόρμα για να παρουσιάσουν στον WTO (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) στο Κανκούν του Μεξικό, στις 14-20 Σεπτέμβρη. Το θέμα είναι η Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο Υπηρεσιών (GATS) που προσδιορίζει επ’ ακριβώς το φιλελευθερισμό που θα ορίζει τις «δημόσιες υπηρεσίες» σε παγκόσμιο επίπεδο. Ανάμεσα στις πολλές αποφάσεις του συνεδρίου, η πιο σκανδαλώδης είναι σίγουρα αυτή της ιδιωτικοποίησης του νερού, που ενδέχεται να πραγματοποιηθεί για τις 144 χώρες μέλη του WTO. Είναι μια διαδικασία που ξεκίνησε αρκετό καιρό πριν, μιας και 7 πολυεθνικές πιέζουν εδώ και δεκαετίες για την παραχώρηση μονοπωλίων εμφιάλωσης νερού, καθώς και τα τελευταία χρόνια και για τη διαχείριση εξ ολοκλήρου του συστήματος ύδρευσης. Το «Παρατηρητήριο του Τρέντο για μια κοινωνική Ευρώπη», επίσης αναφέρεται στην ιδιωτικοποίηση του νερού, και στην έλλειψή του λόγω μόλυνσης, ως ενδείξεις του πιο ανεξέλεγκτου νέο-φιλελευθερισμού. Πέρα από τα συνήθη παράπονα για την μη-δημοκρατική όψη τέτοιων συμφωνιών (λες και αυτές που γίνονται από τις κατά τόπους κυβερνήσεις κρατών υπόκεινται σε ποιος ξέρει τι είδους δημόσιο διάλογο- εξ άλλου, δεν είναι οι κρατικοί θεσμοί που υποτίθεται μας προστατεύουν (sic) από την άγρια αγορά;) Πράγμα που είναι εξίσου σκανδαλώδες με το χάσμα ανάμεσα στην έκταση της καταστροφής που καταγγέλλουν οι ρεφορμιστές και στις λύσεις που προτείνουν. Από την άλλη, αναδεικνύουν ως αιτίες αυτών των καταστροφών την βιομηχανοποίηση της γεωργίας, τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε πόλεις-τέρατα, την μόλυνση που παράγουν τα εργοστάσια, τη σπατάλη πόσιμου νερού για τις ανάγκες της βιομηχανίας και των καλλιεργειών, καθώς και των εκτροφείων ζώων. Εν συντομία, η κεντρική ουσία του τεχνο-βιομηχανικού συστήματος. Από την άλλη, προτείνουν- νέους νόμους, διαφανείς κανονισμούς, ακόμα και συμμετοχή πολιτών με μορφή ομολόγων στις εταιρίες που ιδιωτικοποιούν το νερό. Χάρη στους πιστούς της προόδου, υπάρχουν ολόκληρες χώρες στις οποίες μια κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος θα σήμαινε αυτόματα την παύση της υδροδότησης σε ολόκληρη τη χώρα, και αυτοί οι πολίτες, τόσο περήφανοι για τον ρόλο αυτό, επιζητούν νέους νόμους. Κάτι ανάλογο με το να προτείνει κάποιος, σε περίπτωση όξινης βροχής να καλύψει τη γύμνια του με ένα φύλο συκής. Οι προτάσεις των διαφόρων κοινωνικών φόρουμ, λογικές με όρους πολιτικής και οικονομικής ορθότητας, είναι απλά παρανοϊκές από μια συνεκτική κοινωνική οπτική. Δεν είναι θέμα να καταδικάσουμε έναν κόσμο ερειπίων, παρά μάλλον να ορίσουμε τον χώρο για να αντισταθούμε και το χρόνο για να επιτεθούμε. Δεν είναι απλά ένα ζήτημα να δείξουμε πόσο επαναστάτες είμαστε στο δρόμο. Το θέμα είναι τι είδους ζωή προτιμά κανείς, πόσο έχει υποταχθεί ο καθένας ή η καθεμία σε μια υλικά και πνευματικά ολοένα και περισσότερο απάνθρωπη και τεχνητή κοινωνική τάξη, και από την άλλη για τι είδους σχέσεις είναι έτοιμος να παλέψει. Δεν είναι ανάγκη να τρέξουμε ως τη Riva για να αντιταχθούμε στις μαφίες του νερού. Οι άμεσα υπεύθυνοι για αυτήν την απόλυτη εμπορευματοποίηση (για παράδειγμα οι μεγάλες επιχειρήσεις που εμφιαλώνουν νερό) είναι δυο βήματα από την πόρτα μας. Αν οι πολιτισμένοι δεν μπορούν να υπερασπιστούν ούτε καν το νερό που πίνουν – ή έστω να καταλάβουν ότι άλλοι το κάνουν με έναν ρητό και άμεσο τρόπο – μπορούμε απλώς να πάμε για ύπνο. Ακόμα και σ αυτήν την περίπτωση είναι μια μακριά αλυσίδα εξάρτησης και καταπίεσης που τώρα παρουσιάζεται μπροστά μας με έναν αστρονομικό λογαριασμό. Μόνο μέσα από την αυτονομία από την μαζική βιομηχανική κοινωνίας και μέσα από την ανοιχτή εξέγερση ενάντια στο κράτος που την υπερασπίζεται μπορεί να γεννηθεί κάτι διαφορετικό. Το ίδιο ισχύει, για παράδειγμα στο ζήτημα της κατοχύρωσης π.χ. γενετικών στοιχείων. Είναι απλά ηλίθιο να ισχυρίζεσαι ότι κάποια προστατευτική νομοθεσία θα μπορούσε να αποτρέψει το κεφάλαιο από το να αποικιοποιήσει το ανθρώπινο σώμα. Η τεχνο-επιστημονική παράνοια, η οποία συνίσταται στην επιθυμία αναδιάρθρωσης της φύσης σε ένα είδος μοντέλου συμβατού με την πληροφορική, έχει περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή εδώ και κάποια χρόνια. Κάθε αυταπάτη σχετικά με μια οικειοποίηση της επιστήμης που είναι ολότελα στην υπηρεσία της εξουσίας είναι απλά ανόητα ψελλίσματα. Οι δράσεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χώρες ενάντια στις γενετικά μεταλλαγμένες καλλιέργειες ή ενάντια στα ιδιωτικά και κρατικά εργαστήρια που πειραματίζονται πάνω στο ανθρώπινο γονιδίωμα έχουν δείξει ξεκάθαρα ότι η κριτική της εμπορευματικής λογικής δεν έχει καμιά ανάγκη από θεαματικές ημερομηνίες. Γενικότερα, αυτό που κατ’ ευφημισμό αποκαλείται παγκοσμιοποίηση θα ήταν αδιανόητο χωρίς την υλική βάση που του εξασφαλίζει το τεχνολογικό σύμπλεγμα. Απλά θέλουμε να πούμε κάτι για τα πράγματα που παρουσιάζονται σαν κύριοι παράγοντες της ανάπτυξης και της οικονομικής και στρατιωτικής παρέμβασης: την ενέργεια και τις πληροφορίες. Αυτά τα πράγματα που ίσως εμφανίζονται σαν ένας απρόσβλητος Μόλωχ, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα εκτεταμένο δίκτυο που σχηματίζεται από απλά καλώδια, κεραίες, υποσταθμούς, μετασχηματιστές που μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα.

Η Riva είναι παντού

Το CGIL (σ.τ.μ.: η ιταλική “γσεε”) θα φροντίσει για τη βιντεοσκόπηση της αντι-συνόδου στη Riva. Ο πρώην αστυνομικός διευθυντής του Τρέντο τόνισε – σωστά – ότι όσο περισσότεροι διαδηλωτές προθυμοποιηθούν να γίνουν πράκτορες της αστυνομίας, τόσο λιγότεροι αστυνομικοί θα χρειαστούν. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ του κοινωνικού φόρουμ και των αστυνομικών δυνάμεων (που προφανώς διευθύνονται από κάποια κεντρική διοίκηση, και μάλλον υπακούν σ αυτήν…), φαίνεται ότι το δημοτικό συμβούλιο θα αναλάβει να εγκαταστήσει ένα χωριό στα περίχωρα της Riva για τους Disobbedienti και τους φίλους τους, χαρίζοντάς τους το δικαίωμα να διαδηλώσουν (πάντοτε φυσικά μακριά από την πόλη, σε έρημους δρόμους) μέχρι την Κυριακή. Η Riva θα έχει αποκλειστεί, πράγμα που σημαίνει ότι οι μπάτσοι απλά θα στήσουν μπλόκα στις τρεις κεντρικές οδικές αρτηρίες. Η κεντρική επιτροπή της κυβέρνησης εξέδωσε μια οδηγία απαγορεύοντας κάθε εκδήλωση ή πορεία (ακόμα και αθλητικές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις) σε περισσότερες από 20 πόλεις της περιοχής του Τρεντίνο. Η αστυνομία θέλει άδειους δρόμους, ο πληθυσμός πρέπει να κατανοήσει ότι ο Μεγάλος Αδερφός δεν είναι απλά ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα, κι εμείς- Εμείς; Ας πιαστούμε πάλι από κάτι μακρινό. Ο Gόnther Anders έγραφε στα 1950: η Χιροσίμα είναι παντού, και στα 1980: το Τσέρνομπιλ είναι παντού. Κάποιοι εξεγερμένοι ενάντια στον τεχνοκρατικό κόσμο έγραφαν στα 1990: η Μουρουρόα είναι παντού (την εποχή που η γαλλική κυβέρνηση υπέβαλε αυτό το νησάκι του ειρηνικού σε δολοφονικές πυρηνικές δοκιμές). Δυο χρόνια μετά, άλλοι σύντροφοι έγραφαν: η Γένουα είναι παντού. Καθώς η εξέγερση εκρήγνυται χωρίς όρια και ενάντια σε κάθε θέαμα, γιατί το σύστημα περιμένει έναν εχθρό που δεν είναι εκεί και αποκαλύπτει τον ολοκληρωτικό του χαρακτήρα ακόμη περισσότερο, λέμε λοιπόν: η Riva είναι παντού. Δε θα βρισκόμαστε στους δρόμους ενάντια στις συνόδους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί με τους ως τώρα αγώνες, αλλά κι αυτούς που θα ρθουν θέλουμε πάντα να ανοίγουμε άλλους δρόμους. Γιατί με τη λογική του «τώρα έρχονται στο σπίτι μας» δεν απεγκλωβιζόμαστε από το κύκλο, μιας και οι σύνοδοι θα έρχονται πάντα κοντά στο σπίτι κάποιου. Γιατί η πραγματική σύγκρουση βρίσκεται παντού. Υπάρχουν άλλοι τρόποι να αντιπαρατεθούμε στην οχύρωση των πόλεων και των κοιλάδων που ζούμε, τρόποι που μπορεί να κάνει δικούς του ο καθένας. Θέλουμε να απελευθερωθούμε από τη δικτατορία των αριθμών και των πιστών τους. Ξέρουμε ότι αυτή είναι μια προοπτική που ίσως αποφέρει μικρά αποτελέσματα βραχυπρόθεσμα, όμως είναι με το να αποφασίζουμε εμείς για τους εαυτούς μας, τώρα, πότε και πού θα χτυπήσουμε και να υπερασπιστούμε με πείσμα τους λόγους γι αυτό που θα προκαλέσουμε την ατομική και κοινωνική αταξία να προχωρήσει.

Κάποιοι αναρχικοί από το Rovereto

Μετάφραση:…για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Ιούνης 2007