Κριτική της οργάνωσης – Αναρχικοί και ΜΜΕ – Do or Die

Κριτική της οργάνωσης

Στην Ιταλία η ήττα των κοινωνικών κινημάτων τις δεκαετίες του 1960 και 1970 οδήγησε μερικούς στην επαναπροσέγγιση του επαναστατικού κινήματος και άλλους στην εγκατάλειψή του για πάντα. Στα 70s πολλές λενινιστικές ομάδες κατέληξαν πως ο καπιταλισμός ήταν στο προοίμιο της τελικής του κρίσης και πέρασαν στον ένοπλο αγώνα. Αυτές οι ομάδες έδρασαν σαν επαγγελματίες επαναστάτες, μειώνοντας τις ζωές τους σε έναν κοινωνικό ρόλο. Αναλόγως από το 1980 και μετά που δέχτηκαν ότι η ώρα του επαναστατικού ξεσηκωμού είχε πια περάσει, έγιναν απλοί υπέρμαχοι της αμνηστίας των κρατουμένων του κινήματος του 70, πολλοί από αυτούς φτάνοντας στο σημείο να αποκηρύξουν πλήρως τον αγώνα για τον οποίο διώκονταν. Αυτό τους διαχώρισε από τους εξεγερσιακούς αναρχικούς που θεωρούν ότι ο αγώνας για την ανατροπή του κεφαλαίου και του κράτους συνεχίζεται ακόμα, χωρίς ιστορικούς ντετερμινισμούς που να καθορίζουν την κατάλληλη στιγμή για την ανταρσία. Στην πραγματικότητα, ο ιστορικός ντετερμινισμός συχνά δεν είναι παρά μια καραμέλα για να δικαιολογεί την αδράνεια, που ωθεί μια πιθανή ρήξη με το υπάρχον μακριά, στον μέλλοντα χρόνο.

Μεγάλο μέρος του κριτικής των ιταλών εξεγερσιακών αναρχικών στο κίνημα του 70 επικεντρώνεται στις οργανωσιακές δομές που ανέδειξε η μορφή του αγώνα, κι από την κριτική αυτή γεννήθηκε η ιδέα της «άτυπης οργάνωσης». Η κριτική στις εξουσιαστικές οργανώσεις του 70, τα μέλη των οποίων θεωρούσαν ότι αγωνίζονταν από προνομιακή θέση σε σχέση με το προλεταριάτο ως σύνολο, ανανεώθηκε μέσα στους αγώνες του 80, όπως ο αγώνας ενάντια στην εγκατάσταση μιας στρατιωτικής βάσης που θα στέγαζε πυρηνικά όπλα στο Comiso της Σικελίας. Σε αυτόν τον αγώνα που αυτό-οργανώθηκε από μικρές ομάδες, οι αναρχικοί ήταν ιδιαίτερα ενεργοί. Τέτοιοι αυτόνομοι αγώνες διεξάγονται βάσει τριών βασικών κανόνων: της διαρκούς σύγκρουσης, της αυτό-οργάνωσης, και της επίθεσης. Η διαρκής σύγκρουση σημαίνει ότι η αντιπαράθεση με τον εχθρό παραμένει, δεν διαπραγματεύεται και δεν μετριάζεται. Η αυτό-οργάνωση του αγώνα σημαίνει ότι δεν ανέχεται αντιπροσώπους ούτε επαγγελματίες αγωνιστές. Ο αγώνας είναι η οργάνωση της επίθεσης, στην προκειμένη περίπτωση ενάντια στην κατασκευή της βάσης, κι όχι της άμυνας της τάδε ή δείνα κοινωνικής ομάδας. Αυτού του είδους οι αγώνες επιτρέπουν στις ομάδες να αναλάβουν τις δράσεις που θεωρούν ως περισσότερο αποτελεσματικές, ενώ παραμένουν ικανές να συντονίσουν τις επιθέσεις τους μαζί με άλλες ομάδες όταν θεωρείται χρήσιμο, κρατώντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο επέκτασης του αγώνα. Ειδικότερα, το ενδιαφέρον της οργάνωσης υπάρχει όσο υπάρχει και ο στόχος (η στρατιωτική βάση) ενώ παύει να υφίσταται μόλις ο στόχος ηττηθεί, αδιαφορώντας για τη συντήρηση μόνιμων δομών, οι οποίες στις διαπραγματεύσεις τους με τους κρατικούς θεσμούς για το μοίρασμα του ελέγχου βρίσκουν συχνά το μόνο ενδιαφέρον τους και περιορίζουν την αυτονομία των μέσων του αγώνα.

Όπως διαπίστωσαν οι αναρχικοί που συμμετείχαν στον αγώνα του Comiso, ένας από τους κεντρικούς λόγους που οι κοινωνικοί αγώνες δεν αναπτύσσονται σε μια θετική κατεύθυνση είναι η ύπαρξη των οργανωτικών δομών που μας αποκόπτει από την δύναμή μας να δρούμε αυτόνομα και κουκουλώνει το ενδεχόμενο μιας εξέγερσης. Είναι οι σταθερές οργανώσεις που επιχειρούν να συνθέσουν κάθε αγώνα μέσα σε μια κεντρική οργάνωση και μετριάζουν τους αγώνες μέσα από τους θεσμούς της υποταγής και της κυριαρχίας. Οι σταθερές οργανώσεις τείνουν να αναπτύσσονται σε θεσμούς οι ίδιες, στεκόμενες πάνω από την πολλαπλότητα του αγώνα. Τείνουν να αναπτύσσουν μια τυπική ή άτυπη ιεραρχία απεμπολώντας την πολλαπλότητα αυτή. Η εξουσία αποξενώνεται από την ενεργή μορφή της μέσα στα υποκείμενα και θεσμοθετείται στην οργάνωση. Αυτή η διαδικασία μεταμορφώνει την πολλαπλή υποκειμενικότητα σε άβουλη μάζα. Η ιεραρχική θεσμοθέτηση των εξουσιαστικών σχέσεων αποσπά την απόφαση από τη στιγμή που είναι αναγκαίο να ληφθεί και την αποδίδει στα καθήκοντα της οργάνωσης. Το πρακτικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας οργάνωσης είναι να ξεζουμίζει τις ενεργές δυνατότητες των συμμετεχόντων σε αυτήν. Οι αποφάσεις που θα έπρεπε να λάβουν αυτοί που συμμετέχουν σε μια δράση μετατίθενται στα καθήκοντα της οργάνωσης. Επιπλέον, οι σταθερές οργανώσεις τείνουν να λαμβάνουν αποφάσεις που να εξυπηρετούν όχι έναν συγκεκριμένο σκοπό του αγώνα αλλά την ίδια την συντήρηση της οργανωτικής δομής, και τις ανάγκες που προκύπτουν απ’ αυτήν. Η οργάνωση γίνεται η ταφόπλακά της. Δε χρειάζεται παρά να ρίξουμε μια ματιά στα συνέδρια των τόσων σοσιαλιστικών κομμάτων για να αντικρίσουμε αυτήν την κατάσταση στην πιο εξόφθαλμη μορφή της.

Όσο μια οργάνωση κινείται προς την σταθεροποίησή της κι επιβάλλεται στην πολλαπλότητα, εμφανίζεται ο τύπος του «οργανωτή», που συχνά διακηρύσσει ότι ο ίδιος έχει δημιουργήσει έναν αγώνα, και ξεκινά να μιλάει για τις μάζες. Είναι το καθήκον κάθε οργανωτή να μετασχηματίσει τις υποκειμενικότητες σε μια ελεγχόμενη μάζα που να την αντιπροσωπεύει σε συνεντεύξεις στα ΜΜΕ, ή σε κρατικούς θεσμούς. Οι οργανωτές σπάνια αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους σαν μέρος της πολλαπλότητας, κι έτσι δεν θεωρούν ότι οφείλουν να δράσουν, αλλά να «προπαγανδίσουν» ή να οργανώσουν άλλους, μιας και είναι οι μάζες που πρέπει να δράσουν…

Αναρχικοί & ΜΜΕ

Για τον οργανωτή, που δε θα δυσκολευτεί να υιοθετήσει το «ότι φαίνεται στα ΜΜΕ, υπάρχει» η πραγματική δράση πάντα υπολείπεται απέναντι στη διαχείριση της δημόσιας εικόνας. Ο σκοπός μιας τέτοιας διαχείρισης δεν είναι ποτέ να επιτεθεί σε έναν θεσμό της κυριαρχίας αλλά να επηρεάσει θετικά την «κοινή γνώμη» που θα κληθεί να στελεχώσει το κίνημα, ή ακόμη χειρότερα την οργάνωσή του. Ο οργανωτής είναι αναγκασμένος να ανησυχεί διαρκώς για το κατά πόσο οι ενέργειες άλλων θα επηρεάσουν το κίνημα. Θεωρεί ότι οφείλει να πειθαρχήσει τα υποκείμενα των αγώνων και να προσπαθήσει να ελέγξει τον τρόπο που το κίνημα αναπαρίσταται από τα ΜΜΕ. Είθισται η εικόνα να αντικαθιστά τη δράση για τις σταθερές οργανώσεις και τους οργανωτές τους.

Η προσπάθεια να ελέγξει την αποκομμένη εικόνα και τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης είναι μια μάχη χαμένη εκ των προτέρων, εξίσου απεγνωσμένη με το να προσπαθούμε να ελέγξουμε την ποιότητα των τηλεοπτικών προγραμμάτων ή να απαιτούμε από τα ΜΜΕ να είναι «αντικειμενικά». Αναλόγως, πολλοί εξεγερσιακοί αναρχικοί, στάθηκαν κριτικοί απέναντι στη συνέχιση του αγώνα μέσα από τα ΜΜΕ του κεφαλαίου. Στην Ιταλία, αυτό τους έφερε σε σύγκρουση με οργανώσεις όπως η Ya Basta! που αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ σαν εργαλείο-κλειδί για την ανάπτυξη του κινήματος. Σε άλλα μέρη του κόσμου, η συζήτηση σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ΜΜΕ από τους αναρχικούς είναι στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά το 1999 στο Sheattle, και είναι κεντρικής σημασίας για εμάς να τονίσουμε την κριτική που κράτησαν αρκετοί εξεγερσιακοί αναρχικοί.

Σε πρώτο επίπεδο, πρέπει να αναρωτηθούμε: Τι αποτελεί μια άποψη; Μια άποψη, δεν είναι κάτι που εντοπίζεται γενικά μέσα στο πλήθος, για να αναπαραχθεί έπειτα από τα ΜΜΕ, σαν μια απλή αντανάκλαση της κοινής γνώμης. Η απόψεις σχηματίζονται πρώτιστα στα ίδια τα ΜΜΕ. Κατά δεύτερον, τα ΜΜΕ στο εξής αναπαράγουν την άποψη χιλιάδες φορές, συνδέοντάς την με ένα στερεότυπο ανθρώπου (π.χ. οι δεξιοί πιστεύουν στο Χ, οι προοδευτικοί προτιμούν το Ψ). Τρίτον, όπως δείχνει ο Alfredo Bonanno: μια άποψη είναι μια ισοπεδωμένη ιδέα, μια ιδέα που έχει ομοιογενοποιηθεί ούτως ώστε να γίνει αποδεκτή στο μέγιστο αριθμό ανθρώπων. Οι απόψεις είναι οι ιδέες μαζοποιημένες (βλ. The anarchist tension – Al. Bonanno). Η κοινή γνώμη παράγεται σαν μια διαδοχή από εξατομικευμένες επιλογές και λύσεις, (π.χ. Υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης και του ελεύθερου εμπορίου εναντίον υπερασπιστών του κρατικού παρεμβατισμού) όπου όλοι καλούμαστε να διαλέξουμε – όπως διαλέγουμε την κυβέρνησή μας ή το αγαπημένο μας σάντουιτς – αντί να σκεφτούμε για τον εαυτό μας. Κάπως έτσι, γίνεται φανερό, ότι οι αναρχικοί δεν μπορούν να χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης για να περάσουν την «αντίθετη άποψη», και καλή τη πίστη, οι αναρχικοί δεν θα είχαν ποτέ την πρόθεση να λειτουργήσουν σε επίπεδο απόψεων, ακόμη κι αν μπορούσαν με κάποιο τρόπο να διασφαλίσουν ότι θα ήλεγχαν το περιεχόμενο της μετάδοσης των μηχανισμών διαμόρφωσης απόψεων. Όπως και να ‘χει, το πνεύμα της αναρχίας δεν μπορεί με τίποτα να μεταδοθεί μέσα από κατάθεση απόψεων. Η μαζοποίηση είναι το δηλητήριό του. Κι όμως είναι αυτό ακριβώς, το πεδίο των απόψεων που χειρίζεται ο οργανωτής, μιας και οι απόψεις και η διαχείριση της δημόσιας εικόνας είναι ισχυρά εργαλεία της εξουσίας, εργαλεία που λειαίνουν και εξομαλύνουν, που μεταμορφώνουν τις ενεργές υποκειμενικότητες σε μια πειθήνια μάζα.

Αντί για την εκχώρηση της εξουσίας και της λήψης αποφάσεων σε μια οργάνωση, πολλοί εξεγερσιακοί αναρχικοί νιώθουν την ανάγκη να οργανωθούν με τρόπο που να αποφεύγει την θεσμικότητα και την ιεραρχία, τη διάκριση οργανωτών και οργανωμένων. Αυτό το ονομάζουμε άτυπη οργάνωση. Καθόσον η φύση του οργανωτή είναι να διευθύνει και να ελέγχει, συχνά ευνοούν την συντήρηση της οργάνωσης αντί άλλων στόχων. Οι άτυπες οργανώσεις, από την άλλη, διαλύονται μόλις επιτευχθεί ή εγκαταλειφθεί ο στόχος τους. Δεν κρατιούνται με το ζόρι στη ζωή, όταν εκλείψει ο σκοπός που ένωνε τα άτομα που συμμετείχαν σε αυτές, μόνο και μόνο για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Όπως στην περίπτωση του αγώνα στο Comiso, οι άτυπες οργανώσεις είναι ένα μέσο για τις ομάδες συγγενείας να συντονίσουν τη δράση τους όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο. Πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι πολλά πράγματα γίνονται καλύτερα όταν τα αναλαμβάνει μια ομάδα συγγενείας ή ένα άτομο, και σ αυτές τις περιπτώσεις υψηλότερα επίπεδα οργάνωσης απλώς δυσχεραίνουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Το χαμηλότερο επίπεδο οργάνωσης που απαιτεί ένας στόχος είναι πάντα και το καλύτερο για να μεγιστοποιηθούν οι προσπάθειές μας.

Οι άτυπες οργανώσεις, πρέπει να βασίζονται σε μια νοοτροπία αυτόνομης δράσης. Η αυτονομία είναι απαραίτητη προκειμένου να διαφυλάξουμε τις προσωπικές μας δυνάμεις από την αλλοτρίωση, και να αποτρέψουμε τη δημιουργία ιεραρχικών σχέσεων. Η αυτονομία είναι η άρνηση να δίνεις ή να δέχεσαι εντολές, οι οποίες πάντοτε προέρχονται από τα πάνω ή από εξωτερικούς παράγοντες. Η αυτονομία επιτρέπει στις αποφάσεις να λαμβάνονται όταν αυτό είναι απαραίτητο, αντί για τις προκαθορισμένες ή αργοπορημένες αποφάσεις μιας συνέλευσης ή μιας επιτροπής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να σκεφτόμαστε στρατηγικά για το μέλλον και να κάνουμε συμφωνίες ή σχέδια από κοινού. Αντιθέτως, τα σχέδια και οι συμφωνίες είναι χρήσιμα και σημαντικά. Αυτό που κερδίζει είναι η ευελιξία που επιτρέπει στους ανθρώπους να παρατούν τα σχέδια όποτε αυτά τους είναι άχρηστα. Όπως ακριβώς μια άτυπη οργάνωση πρέπει να διαθέτει μια νοοτροπία αυτονομίας, προκειμένου να μην μετασχηματιστεί σε εξουσιαστική οργάνωση, για να αποφύγει την αλλοτρίωση των δικών της δυνάμεων πρέπει να είναι οπλισμένη με μια συνείδηση αδιαλλαξίας, με σεβασμό στο σκοπό της οργάνωσης. Ο σκοπός της οργάνωσης μπορεί μόνο να επιτευχθεί ή να εγκαταλειφθεί. Συνδιαλεγόμενοι με αυτούς που εναντιωνόμαστε (π.χ. φορείς του κράτους ή εταιριών) καταρρίπτει κάθε πραγματική εναντίωση, αντικαθιστά την πρωτοβουλία των κινήσεών μας με αυτή του εχθρού.

Τα θέλγητρα που κάνουν γοητευτική μια τέτοια συνδιαλλαγή μας με τους εχθρούς μας πρέπει να καταρριφθούν. Ο συμβιβασμός με κάθε θεσμό της κυριαρχίας (Το κράτος, την αστυνομία, τα κόμματα κλπ) ισοδυναμεί πάντοτε με την αλλοτρίωση των δικών μας δυνάμεων και την επαναφομοίωσή τους από τους θεσμούς που διατεινόμαστε ότι θέλουμε να καταστρέψουμε. Αυτού του είδους οι συμβιβασμοί καταλήγουν στην παραίτηση από τη θέληση για αποφασιστική δράση, τη λήψη αποφάσεων και τη πραγματοποίηση δράσεων όταν επιλέγουμε εμείς. Έτσι, οι συμβιβασμοί μονάχα ισχυροποιούν τη θέση του κράτους και του κεφαλαίου απέναντί μας. Για όσους επιθυμούν να διευρύνουν την πιθανότητα της εξέγερσης, για όσους δεν σκέφτονται την επανάσταση ως απλά τον σχηματισμό ενός νέου εξουσιαστικού οικοδομήματος, αλλά θέλουν την καταστροφή κάθε συστήματος που μας αποξενώνει από τις δυνατότητές μας, τέτοιοι συμβιβασμοί αντιτίθενται στους σκοπούς τους. Να αρνείσαι πάντοτε τη συνδιαλλαγή με το κράτος σημαίνει να είσαι σε διαρκή σύγκρουση με την κατεστημένη τάξη και τους θεσμούς κυριαρχίας και αποξένωσης. Η διαρκής σύγκρουση είναι η ανεξέλεγκτη αυτόνομη δράση που δεν συνδιαλέγεται με καμία εξουσία.

Πηγή: Do Or Die #10, σελ 262-264

Μεταφραση: Εκδόσεις για τη Διάδοση της Μεταδοτικής Λύσσας * Νοέμβρης 2006 //